Παρασκευή, 24 Απριλίου 2009

O Μαρξ στο Σόχο (μέρος 3ο)


Κουνάει το κεφάλι του.


Θυμάμαι συνέχεια την Τζένη.


Σταματάει και τρίβει τα μάτια του.


Πως μάζεψε τα υπάρχοντα μας και πέρασε τη Μάγχη με τα δυο κορίτσια μας, την Τζένισεν και τη Λώρα, για να τα φέρει στο Λονδίνο. Και έφερε στη ζωή άλλα τρία παιδιά στο άθλιο παγωμένο διαμέρισμά μας στην Ντιν στριτ.


Θήλαζε τα μωρά και προσπαθούσε να τα ζεσταiνει. Και τα είδε να πεθαίνουν. Το ένα μετά το άλλο... Ο Γκίντο δεν είχε ακόμα μάθει να περπατάει. Και η Φραντσέσκα ήταν ενός χρόνου... Χρειάστηκε να δανειστώ τρεις λίρες για να πληρώσω το φέρετρο της...


Όσο για τον Μους, αυτός έζησε οχτώ χρόνια, αλλά κάτι δεν πήγαινε καλά από την αρχή. Είχε ένα υπέροχο μεγάλο κεφάλι, αλλά τo υπόλοιπο σώμα του δεν μεγάλωσε ποτέ. Τη νύχτα που πέθανε κοιμηθήκαμε όλοι στο πάτωμα, ξαπλωμένοι γύρω του, μέχρι που μας βρήκε το πρωί.


Όταv γεννήθηκε η Ελεονόρα, φοβηθήκαμε. Αλλά αποδείχθηκε σκληρό καρύδι. Ήταν καλό που είχε δύο μεγαλύτερες αδελφές. Κι αυτές μόλις που την είχαν γλιτώσει.


Η πρώτη, η Τζένισεν, γεννήθηκε στο Παρίσι. To Παρίσι είναι υπέροχο μέρος για ερωτευμένους, αλλά όχι για παιδιά. Η Λώρα ήταν η δεύτερη, αυτή γεννήθηκε στις Βρυξέλλες. Κανένας δεν θα ‘πρεπε να γεννιέται στις Βρυξέλλες.


Στο Λονδίνο δεν είχαμε καθόλου λεφτά, αλλά κάθε Κυριακή κάναμε πικ νικ. Περπατούσαμε μιάμιση ώρα για να πάμε στην εξοχή, η Tζένη, εγώ, τα παιδιά και η Λένχεν - θα σας μ ιλήσω αργότερα γι’ αυτήν...


Η Λένχεν, λοιπόν, έφτιαχνε ψητό μοσχάρι. Και πίναμε τσάι, τρώγαμε ψωμί με φρούτα, τυρί, πίναμε μπίρα. Η Ελεονόρα ήταν η πιο μικρή αλλά έπινε μπίρα.


Δεν είχαμε λεφτά, αλλά τα παιδιά χρειάζονταν διακοπές. Μια φορά, λοιπόν, πήρα τα λεφτά που είχαμε για το νοίκι και τις έστειλα στη Γαλλία, στην ακτή του Ατλαντικού. Μια άλλη φορά, με τα χρήματα που έπρεπε να πάρουμε φαΐ, αγόρασα ένα πιάνο, γιατί τα κορίτσια λάτρευαν τη μουσική.


Κανονικά ένας πατέρας δεν πρέπει να ξεχωρίζει κάποιο από τα παιδιά του. Αλλά η Ελεονόρα! Έλεγα στην Τζένη: «Η Ελεονόρα είναι παράξενο παιδί». Και η Τζένη απαντούσε: Δηλαδή τι περίμενες, τα παιδιά του Καρλ Μαρξ να βγουν συνηθισμένα;»


Η Ελεονόρα ήταν η μικρότερη, η πιο έξυπνη. Φανταστείτε έναν επαναστάτη σε ηλικία οχτώ ετών. Τόσο ήταν η Ελεονόρα το 1863. Η Πολωνία είχε ξεσηκωθεί κατά της ρωσικής κυριαρχίας και η Ελεονόρα έγραψε ένα γράμμα στον Ένγκελς για «εκείνους τους γενναίους στην Πολωνία», όπως τους αποκαλούσε.


Όταν ήταν εννιά χρονών, έστειλε ένα γράμμα στην Αμερική, στον πρόεδρο Λίνκολν, λέγοντας του τι να κάνει για να κερδίσει τον πόλεμο κατά των Νοτίων! Επίσης, κάπνιζε. Και έπινε κρασί. Αλλά, παρ’ όλα αυτά, ήταν παιδί, έντυνε τις κούκλες της... σιγοπίνοντας ένα ποτήρι κρασί!


Όταν ήταν δέκα χρονών, παίζαμε σκάκι και δυσκολευόμουνα να την κερδίσω. Στα δεκαπέντε της, ξαφνικά έγινε έξαλλη με το «νόμο για την Ημέρα του Κυρίου», την Κυριακή δηλαδή, ο οποίος απαγόρευε κάθε δραστηριότητα. Έτσι, άρχισε να οργανώνει «Κυριακάτικες βραδιές για το λαό» στο Σεντ Μάρτινς Χολ, με μουσικούς που έπαιζαν Χέντελ, Μότσαρτ, Μπετόβεν. Η αίθουσα γέμιζε ασφυκτικά. Δύο χιλιάδες άνθρωποι. Η συγκέντρωση ήταν παράνομη αλλά δεν έγινε καμία σύλληψη. Να ένα μάθημα: Αν είναι να παραβεί ς το νόμο, κάντο μαζί με δύο χιλιάδες ανθρώπους... Και με Μότσαρτ.


Συνήθιζα να διαβάζω σ’ εκείνην και στις αδελφές της Σαίξπηρ και Αισχύλο και Δάντη, και της άρεσε πολύ. Το δωμάτιο της ήταν μουσείο του Σαίξπηρ. Μάθαινε απ’ έξω κομμάτια από το Ρωμαίοs και Ιουλιέτα και επέμενε να της διαβάζω, ξανά και ξανά, το κομμάτι που ο Ρωμαίος συναντάει πρώτη φορά την Ιουλιέτα: “Γελάει με τραύματα. όποιος δεν πληγώθηκε ποτέ... Τα μάτια της στον ουρανό θα πλημμυρούσαν το διάστημα το αγέρινο με τόση λάμψη που θα λαλούσαν τα πουλιά, σαν να ξημέρωνε.”


Δεν ήταν εύκολο να ζεις με την Ελεονόρα. Α, όχι! ξέρετε πόσο ενοχλητικό είναι να έχεις ένα παιδί που βρίσκει ατέλειες στους συλλογισμούς σου; Διαφωνούσε μαζί μου ακόμα και για πράγματα που έγραφα. Να, για παράδειγμα, το δοκίμιο μου με τίτλο το Εβραϊκό ζήτημα. Πρέπει να ομολογήσω ότι δεν είναι εύκολο κείμενο. Ε, λοιπόν, η Ελεονόρα το διάβασε και αμέσως με προκάλεσε: «Γιατί ξεχωρίζεις τους Εβραίους ως εκπροσώπους του καπιταλισμού; Δεν είναι οι μόνοι που δηλητηριάστηκαν από το εμπόριο και την απληστία».


Προσπάθησα να της εξηγήσω ότι δεν ξεχώριζα τους Εβραίους, αλλά απλά τους χρησιμοποιούσα ως ζωντανό παράδειγμα. Σε απάντηση, άρχισε να φοράει το άστρο του Δαβίδ.«Είμαι Εβραία», ανακοίνωσε. Τι μπορούσα να πω; Σήκωσα τους ώμους και τότε η Ελεονόρα σχολίασε: «Αυτό είναι χαρακτηριστική εβραϊκή αντίδραση».


Μπορούσε να γίνει πολύ εκνευριστική. Ήξερε ότι ο πατέρας μου είχε γίνει χριστιανός. Δεν ήταν βολικό να είσαι Εβραίος στη Γερμανία. Σάμπως είναι ποτέ βολικό να είσαι Εβραίος οπουδήποτε; Κι εμένα με βάφτισε όταν ήμουν οχτώ χρόνων. Το γεγονός αυτό προκάλεσε το ενδιαφέρον της Ελεονόρας. Ρώτησε: «Μουρ» -η οικογένεια μου με φώναζε Μουρ, Μαυριτανό δηλαδή, επειδή είχα σκουρόχρωμο δέρμα- «Μουρ, ξέρω ότι έχεις βαφτιστεί. Αλλά είχες ήδη κάνει περιτομή, έτσι δεν είναι;» Δεν είχε καμιά ντροπή αυτό το παιδί! Τέτοιες στιγμές ήταν ανυπόφορη.


Ακούστε αυτό: Μαζί με το εβραϊκό αστέρι φορούσε και το σταυρουδάκι της. Όχι, δεν ήταν ξετρελαμένη με το χριστιανισμό, αλλά με τους Ιρλανδούς και την εξέγερση τους κατά της Αγγλίας. Έμαθε για τους αγώνες των Ιρλανδών από τη Λίτσι Βερνς, το μεγάλο έρωτα του Ένγκελς.


Η Λίτσι ήταν εργάτρια και δεν ήξερε να διαβάζει. Ο Ένγκελς μιλούσε εννέα γλώσσες.. Θα νόμιζε κανείς ότι αυτό θα δημιουργούσε προβλήματα στην σχέση τους. Αλλά αγαπιόντουσαν. Η Λίτσι συμμετείχε ενεργά στον Ιρλανδικό αγώνα. Η Ελεονόρα πήγαινε να τη δει και κάθονταν οι δυο τους στο πάτωμα κι έπιναν μαζί κρασί και τραγουδούσαν ιρλανδέζικα τραγούδια μέχρι που τους έπαιρνε ο ύπνος.


Θυμάμαι εκείνη την τρομερή νύχτα που η αγγλική κυβέρνηση κρέμασε δύο νεαρούς Ιρλανδούς, εκεί στο Σόχο, και ένα μεθυσμένο πλήθος να ζητωκραυγάζει... Αυτοί οι ευγενείς Άγγλοι με το απογευματινό τους τσάι και τους δημόσιους απαγχονισμούς!


Έχω μάθει ότι δεν κρεμάτε πλέον τους ανθρώπους. Μόνο τους κλείνετε στο θάλαμο αερίων, τους κάνετε ενδοφλέβια ένεση με δηλητήριο ή τους ψήνετε στην ηλεκτρική καρέκλα. Πολύ πιο πολιτισμένο...


Τότε, λοιπόν, κρεμάσανε τους δύο νεαρούς Ιρλανδού ς γιατί ήθελαν την απελευθέρωση από την Αγγλία. Η Ελεονόρα έκλαιγε χωρίς σταμάτημα. Εγώ της έλεγα:«Κοριτσάκι μου, είναι πολύ νωρίς για να φορτωθείς τους εφιάλτες του κόσμου. Είσαι δεκαπέντε χρονών». Κι εκείνη απαντούσε: «Ακριβώς Μουρ, αυτό είναι το θέμα. Δεν είμαι δεκατριών, δεν είμαι δεκατεσσάρων, είμαι δεκαπέντε χρονών».


Ναι, ήταν δεκαπέντε χρονών και μαγευόταν από κάθε γοητευτικό άντρα που ερχόταν στο σπίτι. Θα μπορούσα να γράψω ολόκληρη λίστα. Σ’ όλη τη ζωή της, η Ελεονόρα φάνηκε ευφυής στην πολιτική και χαζή στον έρωτα. Είχε ξετρελαθεί με τον Λισαγκαρέ, τον ήρωα της Παρισινής Κομμούνας. Ε, αυτός τουλάχιστον ήταν Γάλλος.


Ο φίλος της άλλης κόρης μας, της Τζένισεν, ήταν Άγγλος. Οι άγγλοι είναι όπως το αγγλικό φαγητό. Χρειάζεται να πω περισσότερα; Είχαμε βέβαια και τον αγαπημένο της Λώρας, τον Λαφάργκ. Οι δημόσιες εκδηλώσεις πάθους αυτού του τύπου ήταν φοβερές. Της έπιανε τον κώλο, δημόσια, σαν να ήταν το φυσικότερο πράγμα στον κόσμο. Και η Τζένη τον υπερασπιζόταν: «Ξέρεις ότι η οικογένεια του ήρθε στη Γαλλία από την Κούβα». Λες και όλοι στην Κούβα κυκλοφορούν πιάνοντας ο ένας τον κώλο του άλλου!

Δευτέρα, 20 Απριλίου 2009

O Μαρξ στο Σόχο (μέρος 2ο)

Σήμερα το πρωί, για να φτάσω ως εδώ, διέσχισα τους γεμάτους σκουπίδια δρόμους της πόλης σας, αναπνέοντας τη βρωμιά, περνώντας δίπλα από άντρες και γυναίκες που κοιμόντουσαν στο πεζοδρόμιο, στριμωγμένοι ο ένας κοντά στον άλλο, για να αντέξουν το κρύο.

Αντί για τον ηχο μιας μπαλάντας, στα αυτιά μου έφτανε μια φωνή: «I'm hungry sir...»

Θυμωμένος τώρα.

Και αυτό εσείς το λέτε πρόοδο;

Επειδή έχετε αυτοκίνητα και αεροπλάνα και χιλιάδε ς προϊόντα για να μυρίζετε καλύτερα;

Και οι άνθρωποι που κοιμούνται στο δρόμο;

Παίρνει μια εφημερίδα και την ξεφυλλίζει.

Επίσημη έκθεση: Το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν των Η.Π.Α. τον περασμένο χρόνο ήταν επτά τρισεκατομμύρια δολάρια. Εντυπωσιακότατο! Αλλά για πείτε μου, σε ποια χέρια βρίσκονται αυτά τα τρισεκατομμύρια;

Διαβάζει ξανά από την εφημερίδα.

Λιγότεροι από πεντακόσιοι άνθρωποι ελέγχουν περιουσιακά στοιχεία αξίας δύο τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Τώρα βέβαια μιλάμε για ανώτερους ανθρώπους που δουλεύουν σκληρά; Που είναι πιο χρήσιμοι για την κοινωνία από τη γυναίκα που μεγαλώνει τρία παιδιά μέσα στο χειμώνα χωρίς λεφτά για να πληρώσει τη στέγη και τη θέρμανση;

Εγώ δεν έλεγα, πριν από εκατόν πενήντα χρόνια, ότι ο καπιταλισμός θα αύξανε τρομακτικά τον πλούτο της κοινωνίας, αλλά ότι αυτός ο πλούτος θα συγκεντρωνόταν ολοένα και σε λιγότερα χέρια;

Διαβάζει από την εφημερίδα: «Κολοσσιαία συγχώνευση της Chemical Bank με την Chase Manhattan Bank. Χάνονται δώδεκα χιλιάδες θέσεις εργασίας... Ανοδος των μετοχών» . Κι ύστερα λένε ότι οι ιδέες μου έχουν πεθάνει!Εχετε διαβάσει «Το ερημωμένο χωριό» , το ποίημα του Oliver Goldsmith;

Απαγγέλλει:

Σύννεφα συμφοράς τον τόπο εκείνο τριγυρίζουν
όπου ο πλούτος συναθροίζεται και άνθρωποι σαπίζουν.

Ναι, σαπίζουν! Σήμερα, όταν περπάτησα στους δρόμους της πόλης σας, βρέθηκα ανάμεσα σε άντρες με εμφανή πλούτο, γυναίκες με γούνες και κοσμήματα. ξαφνικά άκουσα σειρήνες. Μήπως κάπου εκεί κοντά είχε ασκηθεί βία;

Μήπως είχε διαπραχθεί κάποιο αδίκημα; Μήπως κάποιος προσπαθούσε να αρπάξει παράνομα ένα κομμάτι του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος, από εκείνους που το είχαν κλέψει νόμιμα;

Φώτα αναβοσβήνουν απειλητικά. Ο Μαρξ κοιτάζει ψηλά και εκμυστηρεύεται στο ακροατήριο:

Αυτό δεν άρεσε στην επιτροπή.

Ο τόνος της φωνής του γλυκαίνει,αναπολεί.

Σ’ εκείνο το μικρό διαμέρισμα στο Σόχο, η Τζένη έφτιαχνε ζεστή σούπα και έβραζε πατάτες. Είχαμε φρέσκο ψωμί από τo φίλο μας το φούρναρη στη γωνία. Καθόμασταν στο τραπέζι και τρώγαμε και μιλούσαμε για τα γεγονότα της ημέρας - τον αγώνα των Ιρλανδών για την ελευθερία, τον τελευταίο πόλεμο, την ηλιθιότητα των ηγετών της χώρας, την αντιπολίτευση που περιοριζόταν σε ψελλίσματα, τη δειλία του τύπου...

Βέβαια τα πράγματα είναι διαφορετικά σήμερα, ε; Μετά το δείπνο, μαζεύαμε τα πιάτα κι εγώ εργαζόμουν. Με τα πούρα μου κι ένα ποτήρι μπίρα. Ναι, εργαζόμουνα μέχρι τις τρεις-τέσσερις το πρωί.

Τα βιβλία μου μία στοίβα στη μία πλευρά, οι κοινοβουλευτικές εκθέσεις στην άλλη και η Τζένη στην απέναντι άκρη του τραπεζιού να αντιγράφει τα γραπτά μου - ο γραφικός χαρακτήρας μου ήταν ακατάληπτος κι εκείνη αντέγραφε κάθε λέξη που έγραφα - ηρωική πράξη!

Κατά καιρούς ξέσπαγε μια κρίση. Όχι, δεν αναφέρομαι σε παγκόσμια κρίση. Χανόταν κάποιο από τα βιβλία μου.

Μία μέρα δεν μπορούσα να βρω τον Ricardo. Ρώτησα τη Τζένη: «Πού είναι ο Ricardo μου;»

«Εννοείς τις Αρχές της Πολιτικής Οικονομίας;» Το είχε δώσει στο ενεχυροδανειστήριο, νομίζοντας ότι δεν το χρειαζόμουν πια. Φούντωσα. «Τον Ricardo μου!» της λέω, «έβαλες ενέχυρο τον Ricardo μου!»,«Μη φωνάζεις», είπε εκείνη.« Την περασμένη βδομάδα δε βάλαμε ενέχυρο το δαχτυλίδι που μου είχε δώσει η μητέρα μου;» Έτσι ήταν.

Αναστενάζει.

Τα πηγαίναμε όλα στο ενεχυροδανειστήριο. Ιδιαίτερα τα δώρα από την οικογένεια της Τζένης. Όταν τελείωσαν αυτά τα δώρα, αρχίσαμε να βάζουμε ενέχυρο τα ρούχα μας. Ενα χειμώνα -τους ξέρετε τους λονδρέζικους χειμώνες- τον πέρασα χωρίς παλτό.

Όταν δημοσιεύτηκε To Κεφάλαιο είπαμε να το γιορτάσουμε, αλλά πρώτα χρειάστηκε να μας δώσει χρήματα ο Ένγκελς για να πάρουμε από το ενεχυροδανειστήριο τα λινά τραπεζομάντιλα και το σερβίτσιο για το δείπνο.

Ο Ένγκελς... Όταν μας έκοβαν το νερό και το γκάζι και το σπίτι βυθιζόταν στο κρύο και το σκοτάδι και έπεφτε το ηθικό μας, ο Ένγκελς πλήρωνε τους λογαριασμούς.

Ο Ενγκελς... ένας άγιος άνθρωπος. Δεν βρίσκω άλλη λέξη. Ο πατέρας του είχε εργοστάσια στο Μάντσεστερ. Ναι... χαμογελάει... μας έσωζε ο καπιταλισμός!

Δεv ήταν πάντα σε θέση να καταλάβει τις ανάγκες μας. Εμείς δεν είχαμε λεφτά να πάμε στον μπακάλη κι αυτός μας έστελνε ακριβά κρασιά. Κάποια Χριστούγεννα, που δεν είχαμε λεφτά να αγοράσουμε χριστουγεννιάτικο δέντρο, ο Ένγκελς κατέφθασε με έξι μπουκάλια σαμπάνια. Έτσι, φανταστήκαμε ότι είχαμε στη μέση ένα δέντρο, κάναμε κύκλο γύρω του, ήπιαμε σαμπάνια και τραγουδήσαμε χριστουγεννιάτικα τραγούδια.

Ο Μαρξ τραγουδάει. σιγομουρμουρίζει ένα χριστουγεννιάτικο τραγούδι:

«Ω, έλατο...» Βέβαια, ήξερα τι σκέφτονταν οι επαναστάτες φίλοι μου: Ο Μαρξ, ο άθεος, θέλει χριστουγεννιάτικο δέντρο! Ναι, περιέγραψα τη θρησκεία ως το όπιο του λαού, αλλά κανένας δεν μπήκε στον κόπο να διαβάσει ολόκληρη την παράγραφο. Ακούστε.

Παίρνει ένα βιβλίο και διαβάζει:

«Η θρησκεία είναι ο αναστεναγμό ς του καταπιεσμένου πλάσματος, η καρδιά ενός άκαρδου κόσμου, η ψυχή σε απάνθρωπες συνθήκες, είναι το όπιο του λαού».

Είναι αλήθεια, το όπιο δεν είναι λύση, αλλά ίσως μερικές φορές είναι απαραίτητο για να απαλύνει τον πόνο.

Ο Μαρξ στο Σόχο (μέρος 1ο)


Ο ΜΑΡΞ ΣΤΟ ΣΟΧΟ

HOWARD ZINN


Φώτα σπιτιών στο βάθος. Ένα φως στο κέντρο της σκηνής φωτίζει ένα χώρο άδειο, εκτός από ένα τραπέζι και μερικές καρέκλες. O Μαρξ μπαίνει φορώντας μαύρη ρεντιγκότα και μαύρο γιλέκο, λευκό πουκάμισο και μαύρο παπιγιόν. Έχει γένια, είναι κοντός, γεμάτος, με μαύρο μουστάκι και μαλλιά που γκριζάρουν. Φοράει γυαλιά με μεταλλικό σκελετό και κρατάει ένα σακίδιο. Κοντοστέκεται, περπατάει μέχρι την άκρη της σκηνής, κοιτάζει το ακροατήριο. Δείχνει ικανοποιημένος, λίγο έκπληκτος

Δόξα τω Θεώ, κοινό!

Βγάζει τις προμήθειες του από τo σακίδιο: μερικά βιβλία, εφημερίδες, ένα μπουκάλι μπίρα, ένα ποτήρι. Κάνει στροφή και περπατάει προς το κέντρο της σκηνής.

Ευχαριστώ που ήρθατε. Δεν ακούσατε όλους αυτούς τους ηλίθιους που έλεγαν ότι ο Μαρξ είναι νεκρός. Ε, δηλαδή, είμαι... και δεν είμαι. Είναι θέμα διαλεκτικής. Δεν έχει πρόβλημα να διακωμωδεί τον εαυτό του και τις ιδέες του. Ισως έγινε πιο ήπιος με το πέρασμα των χρόνων. Αλλά πάνω που λες ότι ο Μαρξ μαλάκωσε, έρχονται ξεσπάσματα θυμού. Ίσως αναρωτιέστε πώς έφτασα εδώ... χαμογελάει πονηρά... πήρα τη συγκοινωνία.

Η προφορά του είναι ελαφρά βρετανική, απροσδιόριστα ευρωπαϊκή, χωρίς καμία έντονη απόχρωση, σίγουρα όμως όχι αμερικάνικη.

Εγώ δεν ήθελα να βρεθώ εδώ... Εγώ ζήτησα να γυρίσω στο Σόχο του Λονδίνου. Εκεί που έζησα. Αλλά... ένα μπλέξιμο της γραφειοκρατίας και βρέθηκα εδώ, στο Σόχο της Νέας Υόρκης...

Αναστενάζει.

Βέβαια, πάντα ήθελα να επισκεφτώ τη Νέα Υόρκη.

Ρίχνει μπίρα στο ποτήρι του, πίνει μια γουλιά, το αφήνει στο τραπέζι. Η διάθεση του αλλάζει.

Αναρωτιέστε γιατί επέστρεψα;

Δείχνει κάπως θυμωμένος.

Μα για να αποκαταστήσω την υπόληψη μου.

Σωπαίνει.

Διάβαζα τις εφημερίδες σας...

Παίρνει στα χέρια του μια εφημερίδα.

Όλες διακηρύσσουν ότι οι ιδέες μου έχουν πεθάνει! Τα γνωστά. Αυτοί οι παλιάτσοι τo λένε πάνω από εκατό χρόνια τώρα, αλλά δεν αναρωτιέστε τι μανία είναι αυτή να με ανακηρύσσουν νεκρό ξανά και ξανά;

Κι εγώ είπα, ως εδώ. Ζήτησα να επιστρέψω, έστω για λίγo. Βλέπετε, υπάρχουν κανόνες εκεί πάνω. Είπαμε: γραφειοκρατία. Επιτρέπεται να διαβάζεις, ακόμα και νά βλέπει ς τους ανθρώπους, αλλά όχι να ταξιδεύεις.

Φυσικά, διαμαρτυρήθηκα. Και είχα αρκετή συμπαράσταση... Ο Σωκράτης, παραδείγματος χάριν, τους είπε: « Ζωή χωρίς ταξίδια δεν αξίζει να τη ζεις. Ο Γκάντι έκανε απεργία πείνας. Η Mother Jones απείλησε ότι θα κάνει πικετοφορία. Ο Μαρκ Τουέιν με υπερασπίστηκε, με το δικό του παράξενο τρόπο. Ο Βούδας έψαλε: Ωμμμμμ! Οι υπόλοιποι σιώπησαν.

Θεέ μου, πεθαμένοι άνθρωποι, τι είχαν να φοβηθούν; Ακόμα και εκεί πάνω, ταραξία με θεωρούν. Ευτυχώς, όμως, η διαμαρτυρία έπιασε τόπο! «Εντάξει, πήγαινε», είπαν, «έχεις μια ώρα στη διάθεση σου να εκθέσεις τις απόψεις σου. Και πρόσεχε: όχι φασαρίες!» Πιστεύουν πραγματικά στην ελευθερία του λόγου, αλλά μέχρις ενός σημείου...

Χασκογελάει

Είναι, βλέπετε, νεοφιλελεύθεροι. Λοιπόν, μπορείτε να διαδώσετε τα νέα: Ο Μαρξ γύρισε! Για λίγο. Αλλά πρώτα να ξεκαθαρίσουμε κάτι: Δεν είμαι μαρξιστής.

Γελάει

Το είπα κάποτε στον Πίπερ και κόντεψε να πάθει εγκεφαλικό.

Πίνει μια γουλιά μπίρα.

Πρέπει να σας μιλήσω για τον Πίπερ. Ζούσαμε στο Λονδίνο, η Τζένη, εγώ και τα παιδιά. Είχαμε δυο σκύλους, τρεις γάτες και δύο πουλιά. Ίσα που τα φέρναμε βόλτα. Είχαμε ένα διαμέρισμα στον οδό Ντιν, εκεί όπου κατέληγαν οι υπόνομοι της πόλης.

Βρεθήκαμε στο Λονδίνο γιατί με είχαν διώξει από τη Ρηνανία, μάλιστα κύριε, από τον τόπο που γεννήθηκα. Είχα κάνει πολύ επικίνδυνα πράγματα. Ήμουνα συντάκτης της εφημερίδας Die Rheinische Zeitung. Διόλου επαναστατικό έντυπο. Αλλά, τελικά, δεν υπάρχει πιο επαναστατική πράξη από το να λες την αλήθεια.

Εκείνο τον καιρό στη Ρηνανία, η αστυνομία συνελάμβανε φτωχούς ανθρώπους με την κατηγορία ότι μάζευαν καυσόξυλα από τις ιδιοκτησίες των πλουσίων. Έγραψα ένα άρθρο για να διαμαρτυρηθώ. Προσπάθησαν να λογοκρίνουν την εφημερίδα. Στο επόμενο άρθρο έγραψα ότι δεν υπάρχει ελευθερία του τύπου στη Γερμανία. Αποφάσισαν να με δικαιώσουν: Έκλεισαν την εφημερίδα.

Τότε, λοιπόν, γίναμε ριζοσπαστικοί - έτσι δεν γίνεται συνήθως; Το τελευταίο φύλλο της εφημερίδας κυκλοφόρησε με έναν πηχιαίο τίτλο με κόκκινο μελάνι: « Επανάσταση!» Αυτό ενόχλησε τις αρχές και με διώξανε από τη Ρηνανία.

Έτσι πήγα στο Παρίσι. Εκεί δεν πάνε οι εξόριστοι; Πού αλλού μπορείς να περάσεις όλη τη νύχτα σ’ ένα καφέ διηγούμενος πόσο επαναστάτης ήσουνα στην πατρίδα σου; Ναι, ένας εξόριστος που σέβεται τον εαυτό του, πάει στο Παρίσι.

Το Παρίσι ήταν για μας μήνας του μέλιτος. Η Τζένη βρήκε ένα μικροσκοπικό διαμέρισμα στο Καρτιέ Λατέν. Ονειρεμένοι μήνες. Αλλά η γερμανική αστυνομία είχε ενημερώσει την αστυνομία του Παρισιού. Φαίνεται πω ς η αστυνομία αναπτύσσει διεθνιστική συνείδηση γρηγορότερα από τους προλετάριους... Έτσι, μ' έδιωξαν και από το Παρίσι. Πήγαμε στο Βέλγιο.

Μας έδιωξαν κι από κει. Και πήγαμε στο Λονδίνο, όπου φτάνουν πρόσφυγες από ολόκληρο τον κόσμο. Οι Άγγλοι έχουν μια αξιοθαύμαστη ανεκτικότητα. Και πόσο υπερηφανεύονται γι’ αυτήν...

Βήχει, κάτι που θα κάνει αρκετές φορές.

Κουνάει το κεφάλι του. Οι γιατροί είπαν ότι ο βήχας θα περάσει σε λίγες εβδομάδες. Αυτό το είπαν το 1858...

Σας έλεγα όμω ςγια τον Πίπερ. Εκείνη την εποχή στο Λονδίνο, περνούσαν από το σπίτι μας όλοι οι πολιτικοί πρόσφυγες από την ηπειρωτική Ευρώπη. Ο Πίπερ ήταν ένας απ’ αυτούς. Στριφογύριζε γύρω μου σαν σφήκα.

Ήταν ένας κόλακας, ένας γλείφτης. Στεκόταν απέναντι μου, στα δεκαπέντε εκατοστά, για να μην μπορώ να ξεφύγω, και απήγγελλε αποσπάσματα από τα κείμενα μου. Του έλεγα: «Πίπερ, σε παρακαλώ, σταμάτα να μου λες τι έχω γράψει!» Είχε το θράσος να λέει, νομίζοντας ότι θα χαιρόμουνα, πως θα μετέφραζε Το Κεφάλαιο στα αγγλικά. Χα! Ο άνθρωπος δεν μπορούσε να αρθρώσει μια πρόταση στα αγγλικά χωρίς να κατακρεουργήσει τη γλώσσα.

Τα αγγλικά είναι όμορφη γλώσσα. Είναι η γλώσσα του Σαίξπηρ. Αν ο Σαίξπηρ άκουγε τον Πίπερ να λέει μία μόνο φράση στα αγγλικά, θα αυτοκτονούσε. Αλλά η Τζένη τον λυπόταν και αρκετά συχνά τον προσκαλούσε στα οικογενειακά μας δείπνα.

Ένα βράδυ, ο Πίπερ μας ανακοίνωσε τη σύσταση της Μαρξιστικής Εταιρείας του Λονδίνου.«Μαρξιστική Εταιρεία;» έκανα. « Τι είναι αυτό;» «Συναντιόμαστε» , λέει, «μια φορά την εβδομάδα και συζητάμε ένα από τα κείμενα σου. Το διαβάζουμε φωναχτά και το μελετούμε πρόταση προς πρόταση. Γι’ αυτό αυτοαποκαλούμαστε μαρξιστές - πιστεύουμε με όλη μας την καρδιά σε όλα όσα έχεις γράψει».

«Με όλη σας την καρδιά, σε όλα όσα έχω γράψει;» «Ναι! Και θα ήταν τιμή μας, Χερ Ντόκτορ Μαρξ -έτσι με φώναζε: Χερ Ντόκτορ Μαρξ - αν ερχόσουν να μιλήσεις στην επόμενη συνάντηση της Μαρξιστικής Εταιρείας»

«Δεν μπορώ να το κάνω αυτό». «Γιατί;» ρώτησε. «Γιατί εγώ δεν είμαι μαρξιστής».

Γελάει,με την καρδιά του

Δεν μ' ενοχλούσαν τα κακά αγγλικά του. Ούτε τα δικά μου ήταν άψογα. Ηταν ο

τρόπος που σκεφτόταν. Μ’ έκανε να ντρέπομαι, ήταν ένας δορυφόρος σε τροχιά γύρω από τα λόγια μου, τα οποία αναμετάδιδε στον κόσμο, αφού πρώτα τα διαστρέβλωνε. Και μετά υπερασπιζόταν τις διαστρεβλώσεις αυτές με φανατισμό, καταγγέλλοντας όποιον έδινε διαφορετική ερμηνεία.

Μια φορά είπα στην Τζένη: «Ξέρεις τι φοβάμαι πιο πολύ απ’ όλα; «Ότι δε θα γίνει ποτέ η επανάσταση του προλεταριάτου;» είπε εκείνη. «Όχι!» της λέω. «Φοβάμαι ότι η επανάσταση θα γίνει, αλλά θα πέσει σε χέρια ατόμων σαν τον Πίπερ - κόλακες όταν δεν έχουν εξουσία και φανφαρόνοι όταν την αποκτήσουν. Δογματιστές! Θα μιλούν για λογαριασμό του προλεταριάτου και θα ερμηνεύουν τις ιδέες μου στον κόσμο κατά πως τους βολεύει. Θα στήσουν ένα νέο ιερατείο, μία νέα ιεραρχία, με αφορισμούς και μαύρες λίστες, ιερά εξέταση και εκτελεστικά αποσπάσματα.

Ολα αυτά θα γίνουν στο όνομα του κομμουνισμού, στέλνοντας εκατό χρόνια πίσω τον κομμουνισμό της ελευθερίας. Θα λερώσουν το όμορφο όνειρο μας και για να καθαρίσει θα χρειαστεί να γίνει μια δεύτερη επανάσταση, ίσως και τρίτη. Αυτό φοβάμαι».

Όχι, δεν επρόκειτο να αφήσω τον Πίπερ να μεταφράσει Το Κεφάλαιο. Αντιπροσώπευε δεκαπέντε χρόνια δουλειάς - σε συνθήκες όπως αυτές στο Σόχο. Κάθε πρωί περνούσα ανάμεσα σε ζητιάνους που κοιμόντουσαν δίπλα στα βρωμόνερα για να φτάσω στο Βρετανικό Μουσείο με την καταπληκτική βιβλιοθήκη του, όπου εργαζόμουνα μέχρι να πέσει ο ήλιος. Διάβαζα, διάβαζα...

Υπάρχει άραγε κάτι πιο βαρετό από το να διαβάζεις πολιτική οικονομία; Σκέφτεται. Ε, ναι! Να γράφεις Πολιτική Οικονομία. Όταν έπεφτε το σκοτάδι και γυρνούσα στο σπίτι, στους δρόμους άκουγα τους υπαίθριους μικροπωλητές να διαλαλούν την πραμάτεια τους και τους βετεράνους του Κριμαϊκού πολέμου, μερικοί τυφλοί, άλλοι χωρίς πόδια, να ζητάνε μία πέννα μέσα στην πνιγηρή ατμόσφαιρα...

Ναι, αυτή η μυρωδιά της μιζέριας στο Λονδίνο. Οι κριτικοί μου θα έλεγαν, σε μια προσπάθεια να υποβαθμίσουν όσα γράφω στο Κεφάλαιο, αυτό που λένε πάντα για ριζοσπαστικούς συγγραφείς: “Α, θα πρέπει να έχει πολύ άσχημα προσωπτκά βιώματα”,

Ε, ναι, αν το θέλετε έτσι, πράγματι, εκείνη η διαδρομή για το σπίτι μου στο Σόχο κάθε βράδυ έτρεφε το θυμό που πέρασε στο Κεφάλαιο. Σας ακούω να λέτε: «Ε, καλά τώρα, έτσι ήταν τότε, πριν από έναν αιώνα. Τότε;

πολιορκούμεθα λοιπόν...

Κατάσταση πολιορκίας

Πολιορκούμεθα λοιπόν

Πολιορκούμεθα από ποιον

Από σένα κι από μένα απ’ τον τάδε και τον δείνα

Πολιορκούμεθα στενά

Από σύνορα, τελωνεία, ελέγχους διαβατηρίων, την Ιντερπόλ, τη στρατιωτική Αστυνομία, τα τανκς, τη ρητορεία, τη βλακεία,

Απ’ τα παράσημα, τις στολές, τους εκφωνηθέντας λόγους

Τις υποσχέσεις, τις ψευτιές, την κουτοπονηριά

Τη δήθεν αγανάκτηση των ιθυνόντων, την υποκρισία

Την τηλεόραση, τη ραδιοφωνία, τα σαπούνια, τ’ απορρυπαντικά

Τις διαφημίσεις, τον τουρισμό, τα οργανωμένα ταξίδια, τις κρουαζιέρες

Τις γκαζιέρες, τα ψυγεία, τις κατασκηνώσεις, τους προσκόπους,

Τ’ άρθρα για την εκπαίδευση, την πολυκοσμία, τη σκόνη, τις ποιητικές συλλογές

Την έλλειψη ύδατος, τα λιπάσματα, τα νεύρα, την κακή χώνεψη, τη φαλάκρα,

Τους εφοπλιστές, το ποδόσφαιρο, τα λεωφορεία, την ακρίβεια, τις παθήσεις

Της σπονδυλικής στήλης, τη γραφειοκρατία, την καθυστέρηση, τις διαβεβαιώσεις,

Τις κριτικές, την εκκλησία, τα βασανιστήρια, τους καιροσκόπους,

Την υποψία, τους κατατρεγμούς, το φόβο, τη θρασύτητα, τους διαγωνισμούς Καλλονής, την έλλειψη χρημάτων, την έλλειψη δικαιωμάτων, πολιορκούμεθα από τους βάναυσους

Τους άναρθρους, από τις μαύρες σκέψεις μας. Από τον εαυτό μας

Κι απ’ ό,τι άλλο βάλει ο νους σας πολιορκούμεθα στενά.


Νάνος Βαλαωρίτης

Πέμπτη, 9 Απριλίου 2009

Σοσιαλισμός και Θρησκεία











Β.Ι.Λένιν

ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ
ΚΑΙ
ΘΡΗΣΚΕΙΑ


Γράφτηκε: στις 3 του Δεκέμβρη 1905 και πρωτοδημοσιεύτηκε στο φύλλο 28 της «Νοβάγια Ζίζν»
Εκδόθηκε: από τη «Σύγχρονη Εποχή» το

1987 –«Άπαντα» Λένιν, τόμος 12ος
Σύνταξη-Επιμέλεια: ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΘΩΜΑΔΑΚΗΣ
HTML Markup: Θ. Θωμαδάκης - Ι. Κουκλάκης για τα Μαρξιστικά Βιβλία στο INTERNET, Μάρτης 2006


Όλη η σύγχρονη κοινωνία είναι θεμελιωμένη πάνω στην εκμετάλλευση των τεράστιων μαζών της εργατικής τάξης από μια μηδενική μειοψηφία του πληθυσμού, που ανήκει στις τάξεις των γαιοκτημόνων και των κεφαλαιοκρατών. Η κοινωνία αυτή είναι δουλοκτητική, γιατί οι «φιλελεύθεροι» εργάτες, που όλη τους τη ζωή δουλεύουν στο κεφάλαιο, «έχουν δικαίωμα» μόνο σε τόσα μέσα ύπαρξης όσα είναι απαραίτητα για τη συντήρηση δούλων που παράγουν κέρδος, για την εξασφάλιση και τη διαιώνιση της κεφαλαιοκρατικής δουλείας.

Η οικονομική καταπίεση των εργατών προκαλεί και γεννάει αναπόφευκτα κάθε είδους πολιτική καταπίεση, κοινωνική ταπείνωση, εξαγρίωση και συσκότιση της πνευματικής και ηθικής ζωής των μαζών. Οι εργάτες μπορούν να πετύχουν περισσότε

ρη είτε λιγότερη πολιτική ελευθερία με σκοπό τη διεξαγωγή του αγώνα για την οικονομική τους απελευθέρωση, καμιά όμως ελευθερία δεν θα τους απαλλάξει από την αθλιότητα, την ανεργία και την καταπίεση, όσο δεν θα έχει αποτιναχτεί η εξουσία του κεφαλαίου. Η θρησκεία είναι μια από τις μορφές πνευματικής καταπίεσης, που παντού και πάντοτε βάραινε τις λαϊκές μάζες, τις τσακισμένες από την αιώνια δουλειά για τους άλλους, την ανέχεια και τη μοναξιά. Η αδυναμία των τάξεων που υφίστανται την εκμετάλλευση στην πάλη ενάντια στους εκμεταλλευτές γεννάει αναπόφευκτα την πίστη για μια καλύτερη μετά θάνατον ζωή, όπως ακριβώς και η αδυναμία του πρωτόγονου ανθρώπου στην πάλη με τη Φύση να γεννάει την πίστη στους θεούς, στους διαβόλους, στα θαύματα κτλ. Σ’ αυτόν που σ’ όλη τη ζωή δουλεύει και στερείται, η θρησκεία διδάσκει ταπεινοφροσύνη και υπομονή στην επίγεια ζωή, παρηγορώντας τον με την ελπίδα της επουράνιας ανταμοιβής. Και σε εκείνους που ζουν από ξένη εργασία η θρησκεία διδάσκει την αγαθοεργία στην επίγεια ζωή, προσφέροντά τους μια πολύ φτηνή δικαίωση για όλη την εκμεταλλευτική τους ύπαρξη και πουλώντας τους σε συμφέρουσα τιμή εισιτήρια για την επουράνια μακαριότητα. Η θρησκεία είναι το όπιο του λαού. Η θρησκεία είναι ένα είδος πνευματικού αλκοόλ, μέσα στο οποίο οι σκλάβοι του κεφαλαίου πνίγουν την ανθρώπινη μορφή τους, τις διεκδικήσεις τους για μια κάπως ανθρώπινη ζωή.

Ο δούλος όμως που ένιωσε τη δουλεία του και ξεσηκώθηκε στην πάλη για την απελευθέρωσή του παύει κιόλ

ας κατά το ήμισι να είναι δούλος. Ο σύγχρονος συνειδητός εργάτης, διαπαιδαγωγημένος από τη μεγάλη εργοστασιακή βιομηχανία, φωτισμένος από τη ζωή της πόλης, αποτινάζει με περιφρόνηση τις θρησκευτικές προλήψεις, αφήνει τον ουρανό στη διάθεση των παπάδων και των αστών υποκριτών, κατακτώντας μια μεγαλύτερη ζωή εδώ στη γη. Το σύγχρονο προλεταριάτο τάσσεται με το μέρος του σοσιαλισμού, που επιστρατεύει την επιστήμη στην πάλη ενάντια στη θρησκευτική θολούρα και λυτρώνει τον εργάτη από την πίστη στη μετά θάνατον ζωή, συσπειρώνοντάς τον στην πραγματική πάλη για μια καλύτερη επίγεια ζωή.

Η θρησκεία πρέπει να ανακηρυχτεί ατομική υπόθεση· με τα λόγια αυτά καθιερώθηκε να εκφράζεται συνήθως η στάση των σοσιαλιστών απέναντι στη θρησκεία. Μα η σημασία αυτών των λέξεων πρέπει να καθοριστεί με ακρίβεια, για να μη μπορούν να προκαλούν κανενός είδους παρανοήσεις. Η θρησκεία πρέπει να είναι ατομική υπόθεση για το

κράτος, αυτό ζητάμε εμείς, σε καμιά περίπτωση όμως δεν μπορούμε να θεωρούμε τη θρησκεία ατομική υπόθεση για το κόμμα μας. Το κράτος δεν πρέπει να έχει καμιά δουλειά με τη θρησκεία, οι θρησκευτικοί σύλλογοι δεν πρέπει να συνδέονται με την κρατική εξουσία. Ο καθένας πρέπει να είναι ολότελα ελεύθερος να πρεσβεύει όποια θρησκεία θέλει ή να μην παραδέχεται καμιά θρησκεία, δηλαδή να είναι άθεος, όπως και είναι συνήθως κάθε σοσιαλιστής. Δεν επιτρέπονται σε καμιά περίπτωση κανενός είδους διακρίσεις δικαιωμάτων ανάμεσα στους πολίτες εξαιτίας των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων. Πρέπει να καταργηθεί απόλυτα ακόμα και κάθε υπόμνηση στα επίσημα έγγραφα σχετικά με το άλφα ή βήτα θρήσκευμα των πολιτών. Δεν πρέπει να δίνεται καμιά επιχορήγηση από τα χρήματα του δημοσίου στις εκκλησιαστικές και θρησκευτικές ενώσεις, που πρέπει να γίνουν ενώσεις πολιτών-ομοϊδεατών ολότελα ελεύθερες, ανεξάρτητες από την κρατική εξουσία. Μόνο με την ολοκληρωτική εφαρμογή αυτών των διεκδικήσεων μπορεί να μπει τέρμα στο επαίσχυντο και καταραμένο εκείνο παρελθόν, τότε που η εκκλησία βρισκόταν σε δουλοπαροικιακή εξάρτηση από το κράτος, ενώ οι Ρώσοι πολίτες βρίσκονταν σε δουλοπαροικιακή εξάρτηση από την επίσημη εκκλησία, τότε που υπήρχαν και εφαρμόζονταν μεσαιωνικοί ιεροεξεταστικοί νόμοι (που διατηρούνται μέχρι σήμερα στους ποινικούς κώδικες και κανόνες), νόμοι που πρόβλεπαν διωγμούς για την πίστη ή για την απιστία, που ασκούσαν βία στη συνείδηση του ανθρώπου, που συνέδεαν τις δημόσιες θεσούλες και τα δημόσια έσοδα με τη διάδοση κάθε λογής πνευματικού οπίου που διοχετεύει η εκκλησία του κράτους. Ολοκληρωτικός χωρισμός της εκκλησίας από το κράτος –αυτή τη διεκδίκηση προβάλλει το σοσιαλιστικό προλεταριάτο στο σημερινό κράτος και στη σημερινή εκκλησία.


Η Ρωσική επανάσταση πρέπει να πραγματοποιήσει αυτήν τη διεκδίκηση σαν απαραίτητο συστατικό μέρος της πολιτικής ελευθερίας. Η ρωσική επανάσταση, από την άποψη αυτή, βρίσκεται σε εξαιρετικά ευνοϊκές συνθήκες, γιατί η αηδιαστική ρουτίνα της αστυνομικό-δουλοπαροικιακής απολυταρχίας προκάλεσε δυσαρέσκεια, αναβρασμό και αγανάκτηση ακόμα και μέσα στον κλήρο. Όσο κακομοιριασμένος, όσο αμόρφωτος και αν είναι ο ρωσικός ορθόδοξος κλήρος, ωστόσο και αυτός ακόμα ξύπνησε με τον πάταγο που προξένησε το σώριασμα της παλιάς μεσαιωνικής τάξης πραγμάτων στη Ρωσία. Ακόμα και ο κλήρος αυτός προσχωρεί στη διεκδίκηση της ελευθερίας, διαμαρτύρεται ενάντια στη ρουτίνα και στη γραφειοκρατική αυθαιρεσία, ενάντια στον αστυνομικό χαφιεδισμό που επιβλήθηκε στους «λειτουργούς του υψίστου». Εμείς οι σοσιαλιστές πρέπει να υποστηρίξουμε αυτό το κίνημα, ολοκληρώνοντας τις διεκδικήσεις των τίμιων και ειλικρινών ανθρώπων του κλήρου, να τους παρουσιάσουμε τα ίδια τους τα λόγια για ελευθερία και να ζητήσουμε να κόψουν αποφασιστικά κάθε δεσμό ανάμεσα στη θρησκεία και στην αστυνομία. Είτε είστε ειλικρινείς, και τότε πρέπει να υποστηρίζετε την πλήρη και χωρίς όρους ανακήρυξη της θρησκείας σε ατομική υπόθεση. Είτε δεν παραδέχεστε αυτές τις συνεπείς διεκδικήσεις της ελευθερίας, και τότε σημαίνει πως είστε ακόμα αιχμάλωτοι των παραδόσεων της ιερής εξέτασης, τότε σημαίνει πως εξακολουθείτε να κολλάτε στις δημόσιες θεσούλες και στο δημόσιο κορβανά, τότε σημαίνει πως δεν πιστεύετε στην πνευματική δύναμη του όπλου σας, πως εξακολουθείτε να δωροδοκείστε από την κρατική εξουσία. Στην περίπτωση αυτή οι συνειδητοί εργάτες όλης της Ρωσίας σάς κηρύττουν αμείλικτο πόλεμο.

Για το κόμμα του σοσιαλιστικού προλεταριάτου η θρησκεία δεν είναι ατομική υπόθεση. Το κόμμα μας είναι ένωση συνειδητών, πρωτοπόρων αγωνιστών για την απελευθέρωση της εργατικής τάξης. Μια τέτοια ένωση δεν μπορεί και δεν πρέπει να στέκει αδιάφορη απέναντι στην έλλειψη συνειδητότητας, στην καθυστέρηση ή στο σκοταδισμό με τη μορφή θρησκευτικών δοξασιών. Απαιτούμε ολοκληρωτικό χωρισμό της εκκλησίας από το κράτος για να καταπολεμούμε τη θρησκευτική θολούρα με καθαρά ιδεολογικά και μόνο ιδεολογικά όπλα, με τον Τύπο μας, με το λόγο μας. Άλλωστε εμείς συγκροτήσαμε την ένωσή μας, το ΣΔΕΚΡ, για να διεξάγουμε, ανάμεσα στα άλλα έναν τέτοιον ακριβώς αγώνα ενάντια σε κάθε θρησκευτική αποβλάκωση των εργατών. Για μας η ιδεολογική πάλη δεν είναι ατομική υπόθεση αλλά υπόθεση όλου του κόμματος, όλου του προλεταριάτου.

Αφού είναι έτσι, τότε γιατί δεν δηλώνουμε στο πρόγραμμά μας πως είμαστε άθεοι; Γιατί δεν απαγορεύουμε στους χριστιανούς και σε εκείνους που πιστεύουν στο θεό να μπαίνουν στο κόμμα μας;

Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα θα εξηγήσει την πολύ σοβαρή διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στην αστικοδημοκρατική και στη σοσιαλδημοκρατική τοποθέτηση του ζητήματος της θρησκείας.

Ολόκληρο το πρόγραμμά μας είναι θεμελιωμένο πάνω σε επιστημονική και, συνάμα, στην υλιστική ακριβώς κοσμοθεωρία. Γι’ αυτό η εξήγηση του προγράμματός μας συμπεριλαμβάνει υποχρεωτικά και την εξήγηση για τις πραγματικές ιστορικές και οικονομικές ρίζες της θρησκευτικής θολούρας. Η προπαγάνδα μας συμπεριλαμβάνει υποχρεωτικά και την προπαγάνδα του αθεϊσμού, η έκδοση της αντίστοιχης επιστημονικής φιλολογίας, που ως σήμερα την απαγόρευε αυστηρά και την καταδίωκε η απολυταρχική δουλοπαροικιακή κρατική εξουσία, πρέπει να αποτελέσει τώρα έναν από τους τομείς της κομματικής μας δουλιάς. Τώρα θα βρεθούμε ίσως στην ανάγκη να ακολουθήσουμε τη συμβουλή που έδοσε κάποτε ο Έγκελς στους Γερμανούς σοσιαλιστές: μετάφραση και μαζική διάδοση της γαλλικής διαφωτιστικής και αθεϊστικής φιλολογίας του XVIII αιώνα.

Ταυτόχρονα, όμως, δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να ξεπέφτουμε σε αφηρημένη, σε ιδεαλιστική τοποθέτηση του θρησκευτικού ζητήματος, ξεκινώντας «από το λόγο» και όχι από την ταξική πάλη, τοποθέτηση που κάνουν συχνά οι ριζοσπάστες δημοκράτες της αστικής τάξης. Θα ήταν ανοησία να νομίζουμε πως, σε μια κοινωνία που στηρίζεται στην απεριόριστη καταπίεση και αποκτήνωση των εργατικών μαζών, είναι δυνατόν να διαλύσουμε τις θρησκευτικές προλήψεις με καθαρά προπαγανδιστικά μέσα. Θα ήταν αστική στενοκεφαλιά να ξεχνάμε πως η θρησκευτική καταπίεση της ανθρωπότητας είναι απλώς προϊόν και αντανάκλαση της οικονομικής καταπίεσης στους κόλπους της κοινωνίας. Με κανενός είδους φυλλάδες και με κανενός είδους κηρύγματα δεν μπορείς να διαφωτίσεις το προλεταριάτο, αν δεν το διαφωτίσει η ίδια η πάλη του ενάντια στις σκοτεινές δυνάμεις του καπιταλισμού. Η ενότητα αυτής της πάλης, πάλης πραγματικά επαναστατικής, που διεξάγει η καταπιεζόμενη τάξη για τη δημιουργία ενός επίγειου παραδείσου, είναι για μας σπουδαιότερη από την ενότητα γνωμών των προλεταρίων για τον επουράνιο παράδεισο.

Να γιατί δεν μιλάμε, και δεν πρέπει να μιλάμε στο πρόγραμμά μας για τον αθεϊσμό μας· να γιατί δεν απαγορεύουμε και δεν πρέπει να απαγορεύουμε στους προλετάριους που έχουν διατηρήσει τούτα ή εκείνα τα υπολείμματα των παλιών προλήψεων να πλησιάσουν στο κόμμα μας. Εμείς θα προπαγανδίζουμε πάντοτε την επιστημονική κοσμοθεωρία· μάς είναι απαραίτητο να καταπολεμούμε την ασυνέπεια οποιωνδήποτε «χριστιανών», αυτό όμως δεν σημαίνει καθόλου πως πρέπει να επιτρέπουμε το κομμάτιασμα των δυνάμεων της πραγματικά επαναστατικής, οικονομικής και πολιτικής πάλης για τριτεύουσες απόψεις και φαντασιοπληξίες, που χάνουν γρήγορα κάθε πολιτική σημασία, πετιούνται γρήγορα στην αποθήκη αχρήστων από την ίδια την πορεία της οικονομικής εξέλιξης.

Η αντιδραστική αστική τάξη φρόντιζε παντού, και τώρα αρχίζει να φροντίζει και στη χώρα μας, ν’ ανάψει τη θρησκευτική έχθρα για να τραβήξει προς τα κει την προσοχή των μαζών, αποσπώντας την από τα πραγματικώς σοβαρά και θεμελιακά οικονομικά και πολιτικά ζητήματα, τα οποία λύνει τώρα πρακτικά το πανρωσικό προλεταριάτο που ενώνεται στην επαναστατική του πάλη. Η αντιδραστική αυτή πολιτική του κατατεμαχισμού των προλεταριακών δυνάμεων, που σήμερα εκδηλώνεται κυρίως με τη μορφή των πογκρόμ στα οποία προβαίνουν οι μαυροεκατονταρχίτες, ίσως να καταλήξει αύριο σε τίποτε πιο εκλεπτυσμένες μορφές. Εμείς, εν πάση περιπτώσει, θα της αντιτάξουμε το ήρεμο, το σταθερό και υπομονητικό, το απαλλαγμένο από κάθε συνδαύλιση διαφωνιών δευτερεύουσας σημασίας κήρυγμα της προλεταριακής αλληλεγγύης και της επιστημονικής κοσμοθεωρίας.

Το επαναστατικό προλεταριάτο θα κατορθώσει, ώστε η θρησκεία να γίνει πραγματικά ατομική υπόθεση για το κράτος. Και μέσα σ’ αυτό το ξεκαθαρισμένο από τη μεσαιωνική μούχλα πολιτικό καθεστώς το προλεταριάτο θα αρχίσει μια πλατιά, ανοιχτή πάλη για την εξάλειψη της οικονομικής δουλείας, που είναι η αληθινή πηγή της θρησκευτικής αποβλάκωσης της ανθρωπότητας.


Ηλεκτρονική Πηγή: http://marxistbooks.gr