Τετάρτη, 09 Δεκεμβρίου 2009

Το κύμα των νεόπτωχων...


Στο δρόμο με σταμάτησαν τις τελευταίες ημέρες κάποιες κυρίες εκεί γύρω στα 45. Η εμφανισή τους αλλά και η ηλικία τους δεν δικαιολογούσε απόλυτα την εργασία την οποία έκαναν. "Θα πάρετε ένα φυλλάδιο; Είμαστε από την εταιρεία Χ".

Μιλώντας με έναν φίλο μου έκανε λόγω για κυρίες μεσοαστικής εμφάνισης οι οποίες την Κυριακή ήταν στην εκκλησία...όχι για να προσευχηθούν αλλά για να ζητήσουν από τους "πιστούς" να ξεπλύνουν τις τύψεις τους με ένα €. Ζητιάνες της νέας εποχής!!! Αυτής της εποχής των εκρηκτικών δυνατοτήτων που δεν θα γίνει δικιά μας κάποια στιγμή, σαν όριμο φρούτο!

Η ανεργία και η ψευδοεργασία διαρκώς αυξάνονται πετώντας κομμάτια της κοινωνίας στο περιθώριο της επιβίωσης. Πόσο ακόμα;

Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2009

Ο δρόμος προς την ουτοπία...

Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2009

ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ: "Επιστολή προς Μενοικέα"


" Όσο είναι κανείς νέος ας μην αναβάλλει για το μέλλον τη φιλοσοφία, μα κι όταν γεράσει ας μην βαριέται να φιλοσοφεί. Γιατί για κανέναν δεν είναι ποτέ νωρίς και ποτέ αργά για ότι έχει να κάνει με την υγεία της ψυχής του. Κι όποιος λέει πως δεν ήρθε ακόμα η ώρα για φιλοσοφία ή ότι πέρασε πια ο καιρός, μοιάζει με άνθρωπο που λέει πως δεν είναι ώρα τώρα για την ευτυχία ή πως δεν έμεινε πια καιρός γι' αυτήν. Πρέπει, λοιπόν, να φιλοσοφεί και ο γέρος και ο νέος: ο ένας ώστε καθώς γερνά, να νιώθει νέος μες στα αγαθά που του προσφέρει η χάρη των περασμένων ενώ ο άλλος, αν και νέος, να είναι συνάμα και ώριμος, αφού δεν θα 'χει αγωνία για το αύριο. Χρειάζεται, λοιπόν, να στοχαζόμαστε τα όσα φέρνουν την ευδαιμονία, αφού όταν την έχουμε, έχουμε τα πάντα, κι όταν τη στερούμαστε κάνουμε τα πάντα για να την αποκτήσουμε.

Να πράττεις και να μελετάς αυτά που συνεχώς σου παράγγελνα, θεωρώντας τα ως βασικές αρχές του καλώς ζην.

Πρέπει να 'χουμε κατά νου ότι από τις επιθυμίες άλλες είναι φυσικές και άλλες μάταιες. Από τις φυσικές, πάλι, άλλες είναι αναγκαίες κι άλλες απλώς φυσικές. Τέλος, ορισμένες από τις αναγκαίες επιθυμίες μας είναι δεμένες με την ευδαιμονία μας, άλλες με την ευεξία του σώματος μας κι άλλες με την ίδια μας την επιβίωση. Αν τα μελετήσουμε αυτά χωρίς ψευδαισθήσεις, θα είμαστε σε θέση να ανάγουμε κάθε επιλογή και κάθε αποφυγή μας στην υγεία του σώματος και στην γαλήνη της ψυχής, μιας και αυτά είναι ότι έχει να σου προσφέρει μια ευτυχισμένη ζωή.

Γιατί όλα γι' αυτό τα κάνουμε: για να μη πονούμε και για να μη μας ταράζει τίποτα. Απαξ και το εξασφαλίσουμε αυτό, κοπάζει η φουρτούνα της ψυχής, αφού το έμψυχο ον δεν έχει λόγο να περιπλανηθεί αναζητώντας κάτι άλλο, αναγκαίο για να συμπληρώσει την ευεξία της ψυχής και του σώματος. Γιατί τότε μόνο έχουμε ανάγκη από την ηδονή, όταν η απουσία της μας κάνει να υποφέρουμε. Ενώ όταν τίποτα δεν ζορίζει την ψυχή μας, δεν έχουμε ανάγκη να την επιδιώξουμε.

Και γι' αυτό λέω πως η ηδονή είναι αρχή και σκοπός του μακαρίως ζην: γιατί αναγνώρισα ότι είναι το πρωταρχικό και συγγενικό με τη φύση μας αγαθό και ότι αυτή είναι η αφετηρία για κάθε επιλογή και για κάθε αποφυγή μας, και ότι σ' αυτήν καταλήγουμε πάλι, όταν αποτιμάμε το κάθε αγαθό, έχοντας ως κριτήριο το τι αισθανόμαστε. Κι ακριβώς επειδή είναι το πρωταρχικό και σύμφυτο μ' εμάς αγαθό, για τούτο δεν επιλέγουμε αδιακρίτως κάθε ηδονή, αλλά συμβαίνει ορισμένες φορές να γυρίζουμε την πλάτη μας σε πολλές ηδονές, όταν τα προβλήματα που προκαλούν αυτές οι ηδονές είναι για μας μεγαλύτερα και υπάρχουν, από την άλλη, πολλοί πόνοι που τους θεωρούμε προτιμότερους από τις ηδονές, εφόσον η ηδονή που θα ακολουθήσει άμα τους υπομείνουμε για κάμποσο θα είναι για μας μεγαλύτερη. Κάθε ηδονή λοιπόν, ακριβώς επειδή η φύση της μας είναι συγγενική, είναι καλό πράγμα δεν συμβαίνει όμως να επιλέγουμε αδιακρίτως κάθε ηδονή. Ακριβώς όπως κάθε πόνος είναι κακό πράγμα κι ωστόσο δεν είναι όλοι οι πόνοι τέτοιοι που να μπορούμε να τους αποφεύγουμε.

Είναι καθήκον μας, εντούτοις, να τα κρίνουμε όλα αυτά παραβάλλοντας και συγκρίνοντας το ένα με το άλλο και εξετάζοντας προσεκτικά τι συμφέρει και τι όχι. Γιατί ορισμένες φορές μεταχειριζόμαστε το αγαθό ως κακό και αντιστρόφως.

Το να αρκείται κανείς σ' αυτά που έχει, το θεωρώ πολύ σπουδαίο αγαθό: όχι για να περιοριζόμαστε σώνει και καλά στα λίγα, αλλά για να αρκούμαστε στα λίγα όταν μας λείπουν τα πολλά με τη γνήσια πεποίθηση ότι την πολυτέλεια την απολαμβάνουν πολύ καλύτερα οι άνθρωποι που δεν την έχουν και τόσο ανάγκη, και ότι τα φυσικά πράγματα, όλα, μπορεί εύκολα να τα αποκτά κανείς, ενώ το περιττό το αποκτάς δύσκολα" ότι μια σκέτη σούπα θα σου δώσει ίση ευχαρίστηση με ένα πολυτελές γεύμα, όταν έχει φύγει όλο το δυσάρεστο αίσθημα από την έλλειψη τροφής και ότι το ψωμί και το νερό δίνουν τη μεγαλύτερη ηδονή όταν προσφέρονται σε κάποιον που τα έχει ανάγκη. Το να συνηθίζει λοιπόν κανείς στον απλό τρόπο ζωής κι όχι στην πολυτέλεια, δεν βοηθά μόνο την υγεία αλλά κάνει επίσης τον άνθρωπο ικανό να αντεπεξέρχεται με αποφασιστικότητα στις αναγκαίες ενασχολήσεις της ζωής' μας κάνει να το ευχαριστιόμαστε περισσότερο όταν, αραιά και πού, παίρνουμε μέρος σε πολυτελή γεύματα και μας προετοιμάζει να σταθούμε άφοβοι μπρος στα παιχνίδια της τύχης.

Όταν λοιπόν υποστηρίζουμε ότι σκοπός είναι η ηδονή, δεν εννοούμε τις ηδονές των ασώτων και των αισθησιακών απολαύσεων, όπως νομίζουν κάποιοι από άγνοια κι επειδή διαφωνούν μαζί μας ή παίρνουν στραβά τα λόγια μας, αλλά εννοούμε το να μην υποφέρει κανείς σωματικούς πόνους και το να μην είναι η ψυχή του ταραγμένη. Γιατί τη γλυκιά ζωή δε μας την προσφέρουν τα φαγοπότια κι οι διασκεδάσεις, ούτε οι απολαύσεις με αγόρια και γυναίκες, ούτε τα ψάρια και τα άλλα εδέσματα που προσφέρει ένα πολυτελές τραπέζι, αλλά ο νηφάλιος στοχασμός, αυτός που ερευνά τα αίτια κάθε προτίμησης μας ή κάθε αποφυγής μας, και αποδιώχνει τις δοξασίες που με τόση σύγχυση γεμίζουν την ψυχή μας.

Αφετηρία για όλα αυτά, και μέγιστο αγαθό συνάμα, είναι η φρόνηση. Γι' αυτό και είναι πολυτιμότερη η φρόνηση κι από τη φιλοσοφία ακόμα, γιατί απ' αυτήν απορρέουν όλες οι αρετές: η φρόνηση που μας διδάσκει ότι δεν είναι δυνατόν να ζει κανείς χαρούμενα αν η ζωή του δεν έχει γνώση, ομορφιά και δικαιοσύνη, κι ούτε πάλι μπορεί να 'χει η ζωή του γνώση, ομορφιά και δικαιοσύνη αν δεν έχει και χαρά. Γιατί οι αρετές αυτές είναι σύμφυτες με το να ζει κανείς ευτυχισμένα, κι η ευτυχισμένη ζωή είναι αξεχώριστη από τις αρετές.

Ποιον άραγε θεωρείς καλύτερο από εκείνον που έχει αγνή και καθάρια γνώμη για τους θεούς και που 'χει ξεπεράσει τελείως το φόβο του θανάτου; Που έχει αναλογιστεί το σκοπό που έθεσε η φύση, που έχει αντιληφθεί πόσο εύκολα αγγίζει κανείς και κατακτά το όριο των καλών πραγμάτων και πόσο μικρή είναι η διάρκεια ή η ένταση των κακών. Εκείνον που κοροϊδεύει την Αναγκαιότητα -που κάποιοι την παρουσιάζουν ως την απόλυτη εξουσιάστρια των πάντων-, και βεβαιώνει ότι άλλα πράγματα συμβαίνουν αναγκαστικά, άλλα οφείλονται στην τύχη, άλλα όμως περνούν από το χέρι μας γιατί το βλέπει ότι η αναγκαιότητα δεν φέρει ουδεμία ευθύνη κι η τύχη είναι άστατη, όμως εκείνο που εξαρτάται από εμάς είναι ελεύθερο και φυσικά επιδέχεται τη μομφή όσο και τον έπαινο.

Αλλά και την Τύχη, ένας τέτοιος άνθρωπος δεν τη θεωρεί θεά όπως κάνουν οι πολλοί αφού από ένα θεό τίποτα δεν γίνεται άτακτα. Ούτε την θεωρεί ως αστάθμητη αιτία όλων των πραγμάτων γιατί δεν πιστεύει ότι από την τύχη δίνεται στους ανθρώπους το καλό ή το κακό ως προς την ευτυχία τους. Πιστεύει ότι η τύχη είναι απλώς μια αφετηρία για μεγάλα καλά ή μεγάλα δεινά. Πιστεύει πως είναι καλύτερα να ατυχήσει μετά από σωστή σκέψη παρά να σταθεί τυχερός όντας παράλογος. Γιατί στις ανθρώπινες πράξεις καλύτερα να πάει στραβά κάτι το οποίο βασίστηκε σε σωστή κρίση παρά να πετύχει ένας σκοπός που δεν τέθηκε με σωστή κρίση.

Αυτά λοιπόν, κι όσα σχετίζονται μαζί τους, να τα στοχάζεσαι μέρα και νύχτα, μόνος σου ή με κάποιον σαν και σένα, και ποτέ σου δεν πρόκειται να ταραχτείς, είτε στον ύπνο σου είτε στον ξύπνιο σου και θα ζήσεις σαν θεός ανάμεσα σε ανθρώπους. Γιατί δεν μοιάζει με θνητό ζώο ο άνθρωπος που ζει μέσα σε αθάνατα αγαθά.

Πρώτα-πρώτα, το θεό να τον θεωρείς ως ένα ον άφθαρτο και μακάριο, όπως μας τον παρουσιάζει η κοινή σε όλους τους ανθρώπους παράσταση του. Μην του προσάπτεις τίποτα το άσχετο με την αφθαρσία και αταίριαστο με τη μακαριότητα του. Πίστευε, αντίθετα, σε οτιδήποτε μπορεί να διαφυλάξει τη μακαριότητα και την αφθαρσία του.

Οι θεοί υπάρχουν, μιας και η γνώση που έχουμε γι' αυτούς είναι ολοκάθαρη. Δεν είναι όμως τέτοιοι όπως τους φαντάζεται ο πολύς ο κόσμος. Γιατί ο κόσμος δεν κρατά ακέραιη την αρχική παράσταση των θεών. Ασεβής δεν είναι αυτός που βγάζει από τη μέση τους θεούς στους οποίους πιστεύει ο πολύς κόσμος, ασεβής είναι αυτός που αποδίδει στους θεούς τις δοξασίες των πολλών. Οι απόψεις του κόσμου για το θεό δεν είναι ξεκάθαρες προλήψεις αλλά ψευδείς δοξασίες. Από δω και η ιδέα ότι οι θεοί προκαλούν στους κακούς τα μεγαλύτερα δεινά και ότι ευεργετούν τους καλούς. Διότι οι άνθρωποι είναι εξοικειωμένοι με τις δικές τους αρετές και αποδέχονται τους όμοιους των ενώ το διαφορετικό το θεωρούν ξένο και εχθρικό.

Κοίτα να συνηθίσεις στην ιδέα ότι ο θάνατος για μας είναι ένα τίποτα. Κάθε καλό και κάθε κακό βρίσκεται στην αίσθηση μας όμως θάνατος σημαίνει στέρηση της αίσθησης. Γι' αυτό η σωστή εκτίμηση ότι ο θάνατος δεν σημαίνει τίποτα για μας, μας βοηθά να χαρούμε τη θνητότητα του βίου: όχι επειδή μας φορτώνει αμέτρητα χρόνια αλλά γιατί μας απαλλάσσει από τον πόθο της αθανασίας. Δεν υπάρχει, βλέπεις, τίποτα το φοβερό στη ζωή του ανθρώπου που 'χει αληθινά συνειδητοποιήσει ότι δεν υπάρχει τίποτα το φοβερό στο να μη ζεις. Άρα είναι ανόητος αυτός που λέει ότι φοβάται το θάνατο, όχι γιατί θα τον κάνει να υποφέρει όταν έρθει αλλά επειδή υποφέρει με την προσδοκία του θανάτου.

Γιατί ότι δεν σε στεναχωρεί όταν είναι παρόν, δεν υπάρχει λόγος να σε στεναχωρεί όταν το προσδοκείς. Το πιο ανατριχιαστικό, λοιπόν, από τα κακά, ο θάνατος, είναι ένα τίποτα για μας, ακριβώς επειδή όταν υπάρχουμε εμείς αυτός είναι ανύπαρκτος, κι όταν έρχεται αυτός είμαστε ανύπαρκτοι εμείς. Ο θάνατος λοιπόν δεν έχει να κάνει ούτε με τους ζωντανούς ούτε με τους πεθαμένους, αφού για τους ζωντανούς δεν υπάρχει, ενώ οι τελευταίοι δεν υπάρχουν πια. Βέβαια, οι πολλοί άλλοτε πασχίζουν ν' αποφύγουν το θάνατο σαν να 'ναι η πιο μεγάλη συμφορά, κι άλλοτε τον αποζητούν για ν' αναπαυθούν από τα δεινά της ζωής.

Απεναντίας ο σοφός ούτε τη ζωή απαρνιέται ούτε την ανυπαρξία φοβάται. Γιατί δεν του είναι δυσάρεστη η ζωή αλλά ούτε και θεωρεί κακό το να μη ζει. Κι όπως με το φαγητό δεν προτιμά σε κάθε περίπτωση το πιο πολύ μα το πιο νόστιμο, έτσι και με τη ζωή: δεν απολαμβάνει τη διαρκέστερη μα την ευτυχέστερη. Κι είναι αφελής όποιος προτρέπει τον νέο να ζει καλά και τον γέρο να δώσει ωραίο τέλος στη ζωή του* όχι μόνο γιατί η ζωή είναι ευπρόσδεκτη αλλά γιατί το να ζεις καλά και να πεθαίνεις καλά είναι μία και η αυτή άσκηση. Όμως πολύ χειρότερος είναι εκείνος που λέει πως καλό είναι να μη γεννηθείς «αλλά μιας και γεννήθηκες, βιάσου να διαβείς τις πύλες του Άδη» Αν το λέει επειδή το πιστεύει, γιατί δεν αποσύρεται από τη ζωή; Στο χέρι του είναι να το κάνει, αν το 'χει σκεφτεί σοβαρά. Αν πάλι το λέει στ' αστεία, είναι ελαφρόμυαλος σε πράγματα που δεν σηκώνουν αστεία.

Πηγή: «ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ» Εκδόσεις ΘΥΡΑΘΕΝ

Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2009


Parce qu'on a la rage, on restera debout quoi qu'il arrive,
La rage d'aller jusqu'au bout et là où veut bien nous mener la vie,
Parce qu'on a la rage, on pourra plus s'taire ni s'asseoir dorénavant on s'tiendra prêt parce qu'on a la rage, le coeur et la foi !
Parce qu'on a la rage, on restera debout quoi qu'il arrive,
La rage d'aller jusqu'au bout au delà où veut bien nous mener la vie,
Parce qu'on a la rage, rien ne pourra plus nous arrêter, insoumis, sage, marginal, humaniste ou révolté !

keny arkana

Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2009

Να αποφυλακιστεί τώρα ο Θοδωρής Ηλιόπουλος!

Οι αγώνες των εργαζομένων και της νεολαίας δεν καταστέλλονται δεν φυλακίζονται!

ΘΑ ΝΙΚΗΣΟΥΝ!Η επί μήνες προφυλάκιση του Θ. Ηλιόπουλου αποτελεί το πιο οφθαλμοφανές παράδειγμα προσπάθειας από την πλευρά της κυβέρνησης και συνολικά του αστικού μπλοκ εξουσίας, να ποινικοποιήσει και να καταστείλει, στο πρόσωπο του, τους αγώνες και τις διεκδικήσεις της νεολαίας και των εργαζομένων και να θωρακιστεί με τον πιο αυταρχικό τρόπο απέναντί τους. Αγώνες και διεκδικήσεις που εντείνονται μέσα στην κρίση του ολοκληρωτικού καπιταλισμού.

Με κατασκευασμένο κατηγορητήριο, ψευδομάρτυρες, παρατεταμένη προφυλάκιση προσπαθούν στο πρόσωπο του Θ.Ηλιόπουλου να ποινικοποιήσουν την εξέγερση του Δεκέμβρη, να βρουν την καλύτερη αφορμή για περαιτέρω καταστρατήγηση των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, να καταστείλουν ακόμα και την ελευθερία της γνώμης, της ελεύθερης έκφρασης. Δείχνουν ότι αυτό θα είναι το μέλλον που επιφυλάσσουν το κεφάλαιο και οι πολιτικοί του εκφραστές για κάθε αγωνιζόμενο. Στην περίπτωση Ηλιόπουλου η απαράδεκτη έτσι κι αλλιώς πρακτική της προφυλάκισης παίρνει και χαρακτήρα εκδικητικό απέναντι σε ένα νέο άνθρωπο που δεν σκύβει το κεφάλι, που πήρε θέση για το Δεκέμβρη.

Αυτή η προσπάθεια αυταρχικής θωράκισης του κράτους, του κεφαλαίου και της πολιτικής του, εκφράζεται με την εργοδοτική τρομοκρατία στους χώρους δουλειάς, τις απολύσεις και την τρομοκράτηση συνδικαλιστών και αγωνιστών του εργατικού κινήματος (απολύσεις συνδικαλιστών στη WIND, δολοφονική επίθεση στην Κ. Κούνεβα κ.α). Έκφραση αυτής της προσπάθειας αποτελούν και τα κατασταλτικά μέτρα του καλοκαιριού στην Πάτρα εναντίον των μεταναστών. Δεν χωρά αμφιβολία πως αυτή η προσπάθεια είναι απαραίτητο συμπλήρωμα και αναπόσπαστο κομμάτι της προώθησης των αντεργατικών μέτρων σε εκπαίδευση και εργασία και έρχεται να συμπληρώσει την βαθιά αντεργατική πολιτική του κεφαλαίου που οδηγεί μεγάλα κομμάτια των εργαζομένων και της νεολαίας στην άγρια εκμετάλλευση, στην ανεργία, στη μισή ζωή!

Χιλιάδες νέοι και εργαζόμενοι, εργατικά σωματεία και φοιτητικοί σύλλογοι έχουν ήδη συγκεντρώσει υπογραφές, έχουν εκδώσει ανακοινώσεις και ψηφίσματα συμπαράστασης στον Θ. Ηλιόπουλο. Η προσπάθεια αυτή συνεχίζεται για την υπεράσπιση της ζωής του και την άμεση αποφυλάκισή του, για την υπεράσπιση του δικαιώματος στον αγώνα, για την υπεράσπιση συνολικά των αγώνων των εργαζομένων και της νεολαίας. Την απάντηση αυτή χρειάζεται δώσουν το επόμενο διάστημα εργαζόμενοι και νεολαία μέσα από τις μικρές αλλά και τις μεγάλες μάχες που θα κληθούν να δώσουν, για την υπεράσπιση και διεύρυνση των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Αλλά χρειάζεται και συνολικά πάλη για την ανατροπή της πολιτικής κυβέρνησης - ΠΑΣΟΚ– ΕΕ – κεφαλαίου που γεννά την καταστολή, των περιορισμό των ελευθεριών με τους τρομονόμους και ευρωτρομονόμους.Στηρίζουμε την πανελλαδική κινητοποίηση ,την Δευτέρα, 24 Αυγούστου στην οποία καλεί η Επιτροπή Αλληλεγγύης στον Θ. Ηλιόπουλο και καλούμε τους εργαζόμενους και την νεολαία να τις στηρίξουν.

Να αποφυλακιστεί τώρα ο Θοδωρής Ηλιόπουλος!

νεολαία Κομμουνιστική Απελευθέρωση – νΚΑ
Νέο Αριστερό Ρεύμα – ΝΑΡ
ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ ΠΑΤΡΑΣ

http://nkapatras.blogspot.com

Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2009

Αυτοκριτική...για περισσότερους από έναν, αλλά σε ένα σώμα


Giorgio Gaber - Qualcuno era comunista... Κάποιος ήταν κομμουνιστής γιατί...


"Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή γεννήθηκε στην Εμίλια.

Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή ήταν ο παππούς, ο θείος, ο μπαμπάς. ... Η μαμά όχι.

Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή είδε τη Ρωσία ως μια υπόσχεση, την Κίνα ως ένα ποίημα,

τον κομμουνισμό ως το γήινο παράδεισο.

Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή ένιωθε μόνος.

Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή είχε μια πολύ Καθολική εκπαίδευση.

Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή ο κινηματογράφος το απαιτούσε, το θέατρο το απαιτούσε,

η ζωγραφική το ζητούσε, η λογοτεχνία επίσης ... το ζητούσαν όλοι...!

Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή: "η ιστορία είναι με το μέρος μας"

Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή του το είχαν πει.

Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή δεν του τα είχανε πει όλα.

Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή πρώτα...πρώτα...πρώτα ήταν φασίστας.

Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή είχε καταλάβει ότι η Ρωσία πήγαινε σιγά, αλλά θα έφτανε

μακριά.

Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή ο Berlinguer ήταν ένας καλός άνθρωπος.Κάποιος ήταν

κομμουνιστής επειδή ο Andreotti δεν ήταν ένας καλός άνθρωπος.

Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή ήταν πλούσιος αλλά αγαπούσε το λαό.

Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή έπινε κρασί και τον συγκινούσαν οι λαϊκές γιορτές.

Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή ήταν τόσο άθεος που χρειαζόταν έναν άλλο Θεό.

Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή ήταν τόσο γοητευμένος από τους εργάτες που ήθελε να

είναι ένας από αυτούς.

Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή δεν άντεχε πια να είναι εργάτης.

Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή ήθελε αύξηση μισθού.

Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή η επανάσταση δεν έγινε σήμερα, ίσως ούτε αύριο, αλλά θα

γίνει σίγουρα μεθαύριο.

Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή η αστική τάξη, το προλεταριάτο, η ταξική πάλη...

Κάποιος ήταν κομμουνιστής για να θυμώσει τον πατέρα του.

Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή έβλεπε μόνο RAI TRE.

Κάποιος ήταν κομμουνιστής λόγω μόδας, κάποιος λόγω αρχών και κάποιος από απογοήτευση.

Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή ήθελε να κρατικοποιήσει τα πάντα.

Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή δεν είχε αίσθηση τι εστί δημόσιοι υπάλληλοι,

παρακρατικοί και CIA.

Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή είχε ανταλλάξει το διαλεκτικό υλισμό με το κατά Λένιν

Ευαγγέλιο.

Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή ήταν πεπεισμένος ότι έχει πίσω του την εργατική

τάξη.Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή ήταν πιο κομμουνιστής απ' τους άλλους.

Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή υπήρχε το μεγάλο κομμουνιστικό κόμμα.

Κάποιος ήταν κομμουνιστής πρόλο που υπήρχε το Μεγάλο Κομμουνιστικό Κόμμα.

Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή δεν υπήρχε τίποτα καλύτερο.

Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή είχαμε το χειρότερο σοσιαλιστικό κόμμα της Ευρώπης.

Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή χειρότερο κράτος από το δικό μας, είναι μόνο η Ουγκάντα.


Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή δεν άντεχε πια σαράντα χρόνια κυβερνήσεις

Χριστιανοδημοκρατών ανίκανων και μαφιόζων.

Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή ήταν στην Piazza Fontana, στην Brescia, στο σταθμό της

Bologna, l’Italicus, Ustica κλπ, κλπ, κλπ. ...

Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή οποιοσδήποτε πήγαινε κόντρα, ήταν κομμουνιστής.

Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή δεν άντεχε πια εκείνο το βρώμικο πράγμα που επιμέναμε

να αποκαλούμε δημοκρατία.

Κάποιος πίστευε ότι είναι κομμουνιστής, και ίσως να ήταν κάτι άλλο.

Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή ονειρευόταν μια άλλη ελευθερία από την αμερικάνικη.

Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή πίστευε ότι μπορεί να είναι ζωντανός και ευτυχισμένος

μόνο εάν ήταν και οι άλλοι.

Κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή είχε ανάγκη από μια ώθηση προς κάτι νέο, επειδή ένιωθε

την ανάγκη για μια διαφορετική ηθική. Επειδή ήταν ίσως μόνο μια δύναμη, ένα πέταγμα, ένα

όνειρο, ήταν μόνο μια παρόρμηση, μια επιθυμία να αλλάξει τα πράγματα, να αλλάξει τη ζωή.

Ναι, κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή με την ατέλειωτη αυτή ώθηση, ο καθένας ήταν κάτι

παραπάνω από τον εαυτό του. Ήταν σαν ... δύο άτομα σε ένα. Από τη μία πλευρά, η

προσωπική καθημερινή κόπωση και από την άλλη η αίσθηση του να ανήκεις σε μια φυλή που

θέλει να απογειωθεί για ν' αλλάξει πραγματικά τη ζωή!

Όχι. Καθόλου θλίψη. Ίσως ακόμα και τότε πολλοί να είχαν ανοίξει τα φτερά χωρίς να είναι ικανοί να πετάξουν ... Σαν υποθετικοί γλάροι.

Και τώρα; Ακόμη και τώρα που νιώθω σαν δύο. Από τη μία πλευρά ο άνθρωπος δουλοπρεπής

προβάλλεται μέσα απ'την αθλιότητα της καθημερινής του επιβίωσης και από την άλλη ο

γλάρος που δεν έχει καν την πρόθεση να πετάξει πια, γιατί το όνειρο έχει πλέον σακατευτεί.

Δύο δυστυχίες σε ένα σώμα μόνο."

Παρασκευή, 15 Μαΐου 2009

O Μαρξ στο Σόχο (μέρος 4ο)


Αναστενάζει.

Η Τζένη πάντα προσπαθούσε να με ηρεμεί. Μ’ εμένα κάτι γινόταν, με τους καλόγερους όμως που έβγαζα, δεν κατάφερνε τίποτα.

Κάνει μια κριμάτσα.

Είχατε ποτέ καλόγερους; Δεν υπάρχει πιο φρικτή αρρώστια. Οι καλόγεροι με κατέτρεχαν σ’ όλη μου τη ζωή. Και διάφοροι ανόητοι τους επικαλέστηκαν για να ερμηνεύσουν την πορεία μου: “Ο Μαρξ είναι θυμωμένος με το καπιταλιστικό σύστημα επειδή έχει καλόγερους” Τι ηλίθιοι. Και τι εξήγηση δίνουν για όλους τους άλλους επαναστάτες που δεν έχουν καλόγερους;

Φυσικά πάντα βρίσκουν κάτι: Αυτόν τον έδερνε ο πατέρας του, εκείνον τον ντάντευε η μητέρα του μέχρι δέκα χρονών, τον άλλο δεν τον έμαθαν να πηγαίνει στην τουαλέτα - λες και πρέπει δηλαδή, να είσαι ανώμαλος για να είσαι επαναστάτης. Κάνουν κάθε δυνατή διάγνωση εκτός από την προφανή: ότι ο καπιταλισμός, που από τη φύση του επιτίθεται στο ανθρώπινο πνεύμα, προκαλεί την επανάσταση...

Α, ναι, λένε ότι ο καπιταλισμός είναι τώρα πιο ανθρώπινος σε σχέση με την εποχή μου. Αλήθεια; Μόλις πριν από λίγα χρονιά στη Βόρεια Καρολίνα -το έγραψαν οι εφημερίδες- οι ιδιοκτήτες ενός ορνιθοτροφείου κλείδωσαν μέσα τις εργάτριες για να ελέγχουν την παραγωγικότητα τους. Το εργοστάσιο πήρε φωτιά και είκοσι πέντε γυναίκες κάηκαν ζωντανές.

Μπορεί όντως ο θυμός μου να φούντωνε από τους καλόγερους. Για δοκιμάστε, όμως, να δουλέψετε, δοκιμάστε να καθίσετε να γράψετε, μ' ένα καλόγερο στον κώλο! Και μη μου μιλάτε για γιατρούς. Οι γιατροί ήξεραν λιγότερα από μένα. Πολύ λιγότερα! Γιατί οι καλόγεροι ήταν δικοί μου.

Πίνει ξανά,μια γουλιά,μπίρα.

Εγώ ανακάλυψα κάτι πολύ απλό: Το νερό. Πανιά βουτηγμένα σε χλιαρό νερό. Η Τζένη μού τα έβαζε υπομονετικά, για ώρες ολόκληρες. Πεταγόταν μέσα στη νύχτα όταν ούρλιαζα και μου έβαζε εκείνα τα καταπραϋντικά επιθέματα... μερικές φορές, όταν έλειπε η Τζένη, το έκανε η Λένχεν.

Σταματάει για να σκεφτεί.

Ναι, η Λένχεν. Ενώ εμείς ζούσαμε μέσα στη φτώχεια στο Σόχο, η μάνα της Τζένης αποφάσισε να μας στείλει τη Λένχεν για να μας βοηθάει με τα παιδιά. Τα έπιπλα μας μπορεί να ήταν στο ενεχυροδανειστήριο, αλλά ξαφνικά βρεθήκαμε να έχουμε υπηρέτρια. Έτσι γίνεται όταν παντρεύεσαι γυναίκα από αριστοκρατική οικογένεια. Τα πεθερικά σου δεν σου στέλνουν χρήματα, που χρειάζεσαι απεγνωσμένα για να πάρεις ψωμί και γάλα, αλλά σερβίτσια και ασημικά. Και μια υπηρέτρια!

Στην πραγματικότητα, δεν ήταν και τόσο κακή ιδέα. Η υπηρέτρια μπορεί να πάει τα σερβίτσια και τα ασημικά στο ενεχυροδανειστήριο και να φέρει μερικά χρήματα. Η Λένχεν το έκανε πολλές φορές. Αλλά δεν ήταν υπηρέτρια. Τα παιδιά τη λάτρευαν. Και η Τζένη ένιωθε μεγάλη στοργή γι’ αυτήν.

Όταν αρρώστησε, η Λένχεν ήταν στο πλάι της και τη φρόντιζε μέρα-νύχτα.
Βέβαια, είναι γεγονός ότι η παρουσία της Λένχεν δημιούργησε μεγάλη ένταση ανάμεσα στην Τζένη κι εμένα. Θυμάμαι μια σκηνή. Η Τζένη είπε: “Σήμερα το πρωί, σε είδα πώς κοίταζες τη Λένχεν.” « Πώς την κοίταζα, δηλαδή;».«Όπως ένα άντρας κοιτάζει μια γυναίκα».«Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς».

Κουνάει θλιμένα το κεφάλι. Ήταν από εκείνες τις συζητήσεις που δε βγαίνουν ποτέ σε καλό. Όλα αυτά συνέβαιναν μέσα στο διαμέρισμα μας στην Ντιν στριτ. Και έξω, το Λονδίνο. Το Λονδίνο του 1858.Ο οργανοπαίχτης με τη μαϊμού, οι πόρνες, οι μάγοι, ο άνθρωπος που καταπίνει φωτιές, οι λατέρνες, οι Σκωτσέζοι που έπαιζαν γκάιντα και πάντα κάποια ζητιάνα να τραγουδάει μια ιρλανδέζικη μπαλάντα.

Αυτά έβλεπα και άκουγα κάθε βράδυ στο δρόμο για το σπίτι, επιστρέφοντας από το Βρετανικό Μουσείο, κάθε βράδυ, κάτω από τις λάμπες γκαζιού που είχαν μόλι ς ανάψει. Για να φτάσω στην Ντιν στριτ περνούσα μέσα από τα βρωμόνερα και τα σκουπίδια και σκεφτόμουνα με πόση φροντίδα λιθόστρωναν τους δρόμους στις πλούσιες γειτονιές.

Αναστενάζει.

Τελικά υποθέτω πω ς ήταν ταιριαστό, ο συγγραφέας του Κεφαλαίου να περπατάει μέσα στα σκατά όσο γράφει την καταδίκη του καπιταλιστικού συστήματος. Η Τζένη δε με συμπονούσε όταν παραπονιόμουνα για τη δυστυχία του δρόμου. Έλεγε: «Ετσι υποφέρω κι εγώ όταν διαβάζω το Κεφάλαιο». ΄Ηταν πάντα η πιο αυστηρή κριτικός μου. Δε χάριζε κάστανα. Τίμια, θα μπορούσες να πεις. Αλλά υπάρχει τίποτα πιο εξοργιστικό από έναν τίμιο κριτικό; Αυτό το βιβλίο την ανησυχούσε. Ναι, Το Κεφάλαιο.

Παίρνει το βιβλίο στα χέρια του.

Έλεγε ότι θα έκανα τους αναγνώστες να βαρεθούν από τις πρώτες κιόλας σελίδες με τις αλλεπάλληλες αναφορές μου στα εμπορεύματα, την αξία χρήσης, την ανταλλακτική αξία. Ελεγε πως αυτό το βιβλίο ήταν υπερβολικά μεγάλο, υπερβολικά λεπτομερές. Χρησιμοποιούσε τον όρο « βαρύ».

Αν είναι δυνατόν! Μου θύμιζε αυτό που είπε ο Πίτερ Φοξ, ένας φίλος μας συνδικαλιστής, όταν του έδωσα το βιβλίο: Νιώθω σα να μου χάρισαν έναν ελέφαντα».Ναι, έλεγε η Τζένη, είναι ελέφαντας. Προσπάθησα να της εξηγήσω ότι ήταν διαφορετικό έργο από Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, το οποίο είχε γραφτεί για το ευρύ κοινό.

Το Κεφάλαιο ήταν μια διατριβή. «Εντάξει» έλεγε η Τζένη, « διατριβή, αλλά γιατί δε φωνάζει, όπως το Μανιφέστο; Ένα φάντασμα πλανιέται στην Ευρώπη, το στοιχειό του κομμουνισμού! Ναι!» έλεγε, «αυτό μάλιστα, αυτό συνεπαίρνει τον αναγνώστη... ένα φάντασμα πλανιέται στην Ευρώπη!» Και μετά μου διάβαζε τις πρώτες φράσεις του Κεφαλαίου. Για να με τυραννήσει, φυσικά.

Ο Μαρξ παίρνει το βιβλίο από τo τραπέζι και διαβάζει:

«Ο πλούτος στις κοινωνίες με καπιταλιστικές μεθόδους παραγωγής εμφανίζεται με τη μορφή συσσώρευσης εμπορευμάτων».«Πολύ βαρετό» μου έλεγε. Σας ρωτώ, είναι βαρετό;

Σκέφτεται.

Εντάξει, ίσως είναι λίγο βαρετό. Το παραδέχτηκα αυτό στην Τζένη. «Δεν υπάρχει λίγo βαρετό», είπε εκείνη. Μην το παρεξηγήσετε. Η Τζένη συμφωνούσε ότι το Κεφάλαιο ήταν μια σοβαρή ανάλυση. Το βιβλίο εξηγούσε ότι το καπιταλιστικό σύστημα θα επιφέρει μια κολοσσιαία αύξηση των παραγωγικών δυνάμεων, μία χωρίς προηγούμενο αύξηση του πλούτου στον κόσμο. Και, από την ίδια του τη φύση, το σύστημα αυτό θα διανείμει εκείνο τον πλούτο με τρόπο ώστε να καταστρέψει την ανθρωπιά τόσο του εργαζόμενου όσο και του εργοδότη. Και, αϊτό τη φύση του και πάλι, θα δημιουργήσει τους νεκροθάφτες του και θα παραχωρήσει τη θέση του σ’ ένα πιο ανθρώπινο σύστημα.

Αλλά η Τζένη πάντα ρωτούσε: «Θα έχει απήχηση σ’ εκείνους που θέλουμε;» Μια μέρα μου λέει: « Ξέρεις γιατί επέτρεψαν οι λογοκριτές να δημοσιευτεί το Κεφάλαιο; Γιατί δεν το καταλάβαιναν και υπέθεσαν ότι δεν θα το καταλάβει και κανένας άλλος».

Της υπενθύμισα ότι το Κεφάλαιο είχε αποσπάσει ευνοϊκές κριτικές. Εκείνη μου υπενθύμισε ότι τις περισσότερες τις είχε γράψει ο Ένγκελς... Και εγώ της είπα ότι ίσως ασκούσε κριτική στο έργο μου γιατί δεν ήταν ευτυχισμένη μαζί μου. «Εσείς οι άντρες!» είπε. «Αποδίδετε κάθε κριτική στο έργο σας σε κάποιο προσωπικό ζήτημα. Ναι, Μουρ, τα προσωπικά μου αισθήματα δεν παύουν να υπάρχουν, αλλά αυτό είναι διαφορετικό».

Ναι, τα προσωπικά της αισθήματα. Η Τζένη περνούσε μια πολύ άσχημη περίοδο. Υποθέτω ότι το φταίξιμο ήταν δικό μου. Αλλά δεν ήξερα πώς να ανακουφίσω την αγωνία της. Η Τζένη κι εγώ ερωτευτήκαμε όταν εγώ ήμουν δεκαεφτά και εκείνη δεκαεννιά. Ήταν πανέμορφη, με πυρόξανθα μαλλιά και μαύρα μάτια.

Για κάποιο λόγο, η οικογένεια της με είχε συμπαθήσει. Ήταν αριστοκράτες. Οι αριστοκράτες εντυπωσιάζονται πάντα από τους διανοούμενους. Ο πατέρας της Τζένης κι εγώ συζητούσαμε ώρες για την ελληνική φιλοσοφία. Είχα κάνει τη διατριβή για το διδακτορικό μου με θέμα τον Δημόκριτο και τον Επίκουρο. Είχα μόλι ς αρχίσει να συνειδητοποιώ ότι οι φιλόσοφοι είχαν περιοριστεί στην ερμηνεία του κόσμου. Ενω το θέμα ήταν πώς να τον αλλάξουμε.