Παρασκευή, 15 Μαΐου 2009

O Μαρξ στο Σόχο (μέρος 4ο)


Αναστενάζει.

Η Τζένη πάντα προσπαθούσε να με ηρεμεί. Μ’ εμένα κάτι γινόταν, με τους καλόγερους όμως που έβγαζα, δεν κατάφερνε τίποτα.

Κάνει μια κριμάτσα.

Είχατε ποτέ καλόγερους; Δεν υπάρχει πιο φρικτή αρρώστια. Οι καλόγεροι με κατέτρεχαν σ’ όλη μου τη ζωή. Και διάφοροι ανόητοι τους επικαλέστηκαν για να ερμηνεύσουν την πορεία μου: “Ο Μαρξ είναι θυμωμένος με το καπιταλιστικό σύστημα επειδή έχει καλόγερους” Τι ηλίθιοι. Και τι εξήγηση δίνουν για όλους τους άλλους επαναστάτες που δεν έχουν καλόγερους;

Φυσικά πάντα βρίσκουν κάτι: Αυτόν τον έδερνε ο πατέρας του, εκείνον τον ντάντευε η μητέρα του μέχρι δέκα χρονών, τον άλλο δεν τον έμαθαν να πηγαίνει στην τουαλέτα - λες και πρέπει δηλαδή, να είσαι ανώμαλος για να είσαι επαναστάτης. Κάνουν κάθε δυνατή διάγνωση εκτός από την προφανή: ότι ο καπιταλισμός, που από τη φύση του επιτίθεται στο ανθρώπινο πνεύμα, προκαλεί την επανάσταση...

Α, ναι, λένε ότι ο καπιταλισμός είναι τώρα πιο ανθρώπινος σε σχέση με την εποχή μου. Αλήθεια; Μόλις πριν από λίγα χρονιά στη Βόρεια Καρολίνα -το έγραψαν οι εφημερίδες- οι ιδιοκτήτες ενός ορνιθοτροφείου κλείδωσαν μέσα τις εργάτριες για να ελέγχουν την παραγωγικότητα τους. Το εργοστάσιο πήρε φωτιά και είκοσι πέντε γυναίκες κάηκαν ζωντανές.

Μπορεί όντως ο θυμός μου να φούντωνε από τους καλόγερους. Για δοκιμάστε, όμως, να δουλέψετε, δοκιμάστε να καθίσετε να γράψετε, μ' ένα καλόγερο στον κώλο! Και μη μου μιλάτε για γιατρούς. Οι γιατροί ήξεραν λιγότερα από μένα. Πολύ λιγότερα! Γιατί οι καλόγεροι ήταν δικοί μου.

Πίνει ξανά,μια γουλιά,μπίρα.

Εγώ ανακάλυψα κάτι πολύ απλό: Το νερό. Πανιά βουτηγμένα σε χλιαρό νερό. Η Τζένη μού τα έβαζε υπομονετικά, για ώρες ολόκληρες. Πεταγόταν μέσα στη νύχτα όταν ούρλιαζα και μου έβαζε εκείνα τα καταπραϋντικά επιθέματα... μερικές φορές, όταν έλειπε η Τζένη, το έκανε η Λένχεν.

Σταματάει για να σκεφτεί.

Ναι, η Λένχεν. Ενώ εμείς ζούσαμε μέσα στη φτώχεια στο Σόχο, η μάνα της Τζένης αποφάσισε να μας στείλει τη Λένχεν για να μας βοηθάει με τα παιδιά. Τα έπιπλα μας μπορεί να ήταν στο ενεχυροδανειστήριο, αλλά ξαφνικά βρεθήκαμε να έχουμε υπηρέτρια. Έτσι γίνεται όταν παντρεύεσαι γυναίκα από αριστοκρατική οικογένεια. Τα πεθερικά σου δεν σου στέλνουν χρήματα, που χρειάζεσαι απεγνωσμένα για να πάρεις ψωμί και γάλα, αλλά σερβίτσια και ασημικά. Και μια υπηρέτρια!

Στην πραγματικότητα, δεν ήταν και τόσο κακή ιδέα. Η υπηρέτρια μπορεί να πάει τα σερβίτσια και τα ασημικά στο ενεχυροδανειστήριο και να φέρει μερικά χρήματα. Η Λένχεν το έκανε πολλές φορές. Αλλά δεν ήταν υπηρέτρια. Τα παιδιά τη λάτρευαν. Και η Τζένη ένιωθε μεγάλη στοργή γι’ αυτήν.

Όταν αρρώστησε, η Λένχεν ήταν στο πλάι της και τη φρόντιζε μέρα-νύχτα.
Βέβαια, είναι γεγονός ότι η παρουσία της Λένχεν δημιούργησε μεγάλη ένταση ανάμεσα στην Τζένη κι εμένα. Θυμάμαι μια σκηνή. Η Τζένη είπε: “Σήμερα το πρωί, σε είδα πώς κοίταζες τη Λένχεν.” « Πώς την κοίταζα, δηλαδή;».«Όπως ένα άντρας κοιτάζει μια γυναίκα».«Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς».

Κουνάει θλιμένα το κεφάλι. Ήταν από εκείνες τις συζητήσεις που δε βγαίνουν ποτέ σε καλό. Όλα αυτά συνέβαιναν μέσα στο διαμέρισμα μας στην Ντιν στριτ. Και έξω, το Λονδίνο. Το Λονδίνο του 1858.Ο οργανοπαίχτης με τη μαϊμού, οι πόρνες, οι μάγοι, ο άνθρωπος που καταπίνει φωτιές, οι λατέρνες, οι Σκωτσέζοι που έπαιζαν γκάιντα και πάντα κάποια ζητιάνα να τραγουδάει μια ιρλανδέζικη μπαλάντα.

Αυτά έβλεπα και άκουγα κάθε βράδυ στο δρόμο για το σπίτι, επιστρέφοντας από το Βρετανικό Μουσείο, κάθε βράδυ, κάτω από τις λάμπες γκαζιού που είχαν μόλι ς ανάψει. Για να φτάσω στην Ντιν στριτ περνούσα μέσα από τα βρωμόνερα και τα σκουπίδια και σκεφτόμουνα με πόση φροντίδα λιθόστρωναν τους δρόμους στις πλούσιες γειτονιές.

Αναστενάζει.

Τελικά υποθέτω πω ς ήταν ταιριαστό, ο συγγραφέας του Κεφαλαίου να περπατάει μέσα στα σκατά όσο γράφει την καταδίκη του καπιταλιστικού συστήματος. Η Τζένη δε με συμπονούσε όταν παραπονιόμουνα για τη δυστυχία του δρόμου. Έλεγε: «Ετσι υποφέρω κι εγώ όταν διαβάζω το Κεφάλαιο». ΄Ηταν πάντα η πιο αυστηρή κριτικός μου. Δε χάριζε κάστανα. Τίμια, θα μπορούσες να πεις. Αλλά υπάρχει τίποτα πιο εξοργιστικό από έναν τίμιο κριτικό; Αυτό το βιβλίο την ανησυχούσε. Ναι, Το Κεφάλαιο.

Παίρνει το βιβλίο στα χέρια του.

Έλεγε ότι θα έκανα τους αναγνώστες να βαρεθούν από τις πρώτες κιόλας σελίδες με τις αλλεπάλληλες αναφορές μου στα εμπορεύματα, την αξία χρήσης, την ανταλλακτική αξία. Ελεγε πως αυτό το βιβλίο ήταν υπερβολικά μεγάλο, υπερβολικά λεπτομερές. Χρησιμοποιούσε τον όρο « βαρύ».

Αν είναι δυνατόν! Μου θύμιζε αυτό που είπε ο Πίτερ Φοξ, ένας φίλος μας συνδικαλιστής, όταν του έδωσα το βιβλίο: Νιώθω σα να μου χάρισαν έναν ελέφαντα».Ναι, έλεγε η Τζένη, είναι ελέφαντας. Προσπάθησα να της εξηγήσω ότι ήταν διαφορετικό έργο από Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, το οποίο είχε γραφτεί για το ευρύ κοινό.

Το Κεφάλαιο ήταν μια διατριβή. «Εντάξει» έλεγε η Τζένη, « διατριβή, αλλά γιατί δε φωνάζει, όπως το Μανιφέστο; Ένα φάντασμα πλανιέται στην Ευρώπη, το στοιχειό του κομμουνισμού! Ναι!» έλεγε, «αυτό μάλιστα, αυτό συνεπαίρνει τον αναγνώστη... ένα φάντασμα πλανιέται στην Ευρώπη!» Και μετά μου διάβαζε τις πρώτες φράσεις του Κεφαλαίου. Για να με τυραννήσει, φυσικά.

Ο Μαρξ παίρνει το βιβλίο από τo τραπέζι και διαβάζει:

«Ο πλούτος στις κοινωνίες με καπιταλιστικές μεθόδους παραγωγής εμφανίζεται με τη μορφή συσσώρευσης εμπορευμάτων».«Πολύ βαρετό» μου έλεγε. Σας ρωτώ, είναι βαρετό;

Σκέφτεται.

Εντάξει, ίσως είναι λίγο βαρετό. Το παραδέχτηκα αυτό στην Τζένη. «Δεν υπάρχει λίγo βαρετό», είπε εκείνη. Μην το παρεξηγήσετε. Η Τζένη συμφωνούσε ότι το Κεφάλαιο ήταν μια σοβαρή ανάλυση. Το βιβλίο εξηγούσε ότι το καπιταλιστικό σύστημα θα επιφέρει μια κολοσσιαία αύξηση των παραγωγικών δυνάμεων, μία χωρίς προηγούμενο αύξηση του πλούτου στον κόσμο. Και, από την ίδια του τη φύση, το σύστημα αυτό θα διανείμει εκείνο τον πλούτο με τρόπο ώστε να καταστρέψει την ανθρωπιά τόσο του εργαζόμενου όσο και του εργοδότη. Και, αϊτό τη φύση του και πάλι, θα δημιουργήσει τους νεκροθάφτες του και θα παραχωρήσει τη θέση του σ’ ένα πιο ανθρώπινο σύστημα.

Αλλά η Τζένη πάντα ρωτούσε: «Θα έχει απήχηση σ’ εκείνους που θέλουμε;» Μια μέρα μου λέει: « Ξέρεις γιατί επέτρεψαν οι λογοκριτές να δημοσιευτεί το Κεφάλαιο; Γιατί δεν το καταλάβαιναν και υπέθεσαν ότι δεν θα το καταλάβει και κανένας άλλος».

Της υπενθύμισα ότι το Κεφάλαιο είχε αποσπάσει ευνοϊκές κριτικές. Εκείνη μου υπενθύμισε ότι τις περισσότερες τις είχε γράψει ο Ένγκελς... Και εγώ της είπα ότι ίσως ασκούσε κριτική στο έργο μου γιατί δεν ήταν ευτυχισμένη μαζί μου. «Εσείς οι άντρες!» είπε. «Αποδίδετε κάθε κριτική στο έργο σας σε κάποιο προσωπικό ζήτημα. Ναι, Μουρ, τα προσωπικά μου αισθήματα δεν παύουν να υπάρχουν, αλλά αυτό είναι διαφορετικό».

Ναι, τα προσωπικά της αισθήματα. Η Τζένη περνούσε μια πολύ άσχημη περίοδο. Υποθέτω ότι το φταίξιμο ήταν δικό μου. Αλλά δεν ήξερα πώς να ανακουφίσω την αγωνία της. Η Τζένη κι εγώ ερωτευτήκαμε όταν εγώ ήμουν δεκαεφτά και εκείνη δεκαεννιά. Ήταν πανέμορφη, με πυρόξανθα μαλλιά και μαύρα μάτια.

Για κάποιο λόγο, η οικογένεια της με είχε συμπαθήσει. Ήταν αριστοκράτες. Οι αριστοκράτες εντυπωσιάζονται πάντα από τους διανοούμενους. Ο πατέρας της Τζένης κι εγώ συζητούσαμε ώρες για την ελληνική φιλοσοφία. Είχα κάνει τη διατριβή για το διδακτορικό μου με θέμα τον Δημόκριτο και τον Επίκουρο. Είχα μόλι ς αρχίσει να συνειδητοποιώ ότι οι φιλόσοφοι είχαν περιοριστεί στην ερμηνεία του κόσμου. Ενω το θέμα ήταν πώς να τον αλλάξουμε.