Δευτέρα, 20 Απριλίου 2009

Ο Μαρξ στο Σόχο (μέρος 1ο)


Ο ΜΑΡΞ ΣΤΟ ΣΟΧΟ

HOWARD ZINN


Φώτα σπιτιών στο βάθος. Ένα φως στο κέντρο της σκηνής φωτίζει ένα χώρο άδειο, εκτός από ένα τραπέζι και μερικές καρέκλες. O Μαρξ μπαίνει φορώντας μαύρη ρεντιγκότα και μαύρο γιλέκο, λευκό πουκάμισο και μαύρο παπιγιόν. Έχει γένια, είναι κοντός, γεμάτος, με μαύρο μουστάκι και μαλλιά που γκριζάρουν. Φοράει γυαλιά με μεταλλικό σκελετό και κρατάει ένα σακίδιο. Κοντοστέκεται, περπατάει μέχρι την άκρη της σκηνής, κοιτάζει το ακροατήριο. Δείχνει ικανοποιημένος, λίγο έκπληκτος

Δόξα τω Θεώ, κοινό!

Βγάζει τις προμήθειες του από τo σακίδιο: μερικά βιβλία, εφημερίδες, ένα μπουκάλι μπίρα, ένα ποτήρι. Κάνει στροφή και περπατάει προς το κέντρο της σκηνής.

Ευχαριστώ που ήρθατε. Δεν ακούσατε όλους αυτούς τους ηλίθιους που έλεγαν ότι ο Μαρξ είναι νεκρός. Ε, δηλαδή, είμαι... και δεν είμαι. Είναι θέμα διαλεκτικής. Δεν έχει πρόβλημα να διακωμωδεί τον εαυτό του και τις ιδέες του. Ισως έγινε πιο ήπιος με το πέρασμα των χρόνων. Αλλά πάνω που λες ότι ο Μαρξ μαλάκωσε, έρχονται ξεσπάσματα θυμού. Ίσως αναρωτιέστε πώς έφτασα εδώ... χαμογελάει πονηρά... πήρα τη συγκοινωνία.

Η προφορά του είναι ελαφρά βρετανική, απροσδιόριστα ευρωπαϊκή, χωρίς καμία έντονη απόχρωση, σίγουρα όμως όχι αμερικάνικη.

Εγώ δεν ήθελα να βρεθώ εδώ... Εγώ ζήτησα να γυρίσω στο Σόχο του Λονδίνου. Εκεί που έζησα. Αλλά... ένα μπλέξιμο της γραφειοκρατίας και βρέθηκα εδώ, στο Σόχο της Νέας Υόρκης...

Αναστενάζει.

Βέβαια, πάντα ήθελα να επισκεφτώ τη Νέα Υόρκη.

Ρίχνει μπίρα στο ποτήρι του, πίνει μια γουλιά, το αφήνει στο τραπέζι. Η διάθεση του αλλάζει.

Αναρωτιέστε γιατί επέστρεψα;

Δείχνει κάπως θυμωμένος.

Μα για να αποκαταστήσω την υπόληψη μου.

Σωπαίνει.

Διάβαζα τις εφημερίδες σας...

Παίρνει στα χέρια του μια εφημερίδα.

Όλες διακηρύσσουν ότι οι ιδέες μου έχουν πεθάνει! Τα γνωστά. Αυτοί οι παλιάτσοι τo λένε πάνω από εκατό χρόνια τώρα, αλλά δεν αναρωτιέστε τι μανία είναι αυτή να με ανακηρύσσουν νεκρό ξανά και ξανά;

Κι εγώ είπα, ως εδώ. Ζήτησα να επιστρέψω, έστω για λίγo. Βλέπετε, υπάρχουν κανόνες εκεί πάνω. Είπαμε: γραφειοκρατία. Επιτρέπεται να διαβάζεις, ακόμα και νά βλέπει ς τους ανθρώπους, αλλά όχι να ταξιδεύεις.

Φυσικά, διαμαρτυρήθηκα. Και είχα αρκετή συμπαράσταση... Ο Σωκράτης, παραδείγματος χάριν, τους είπε: « Ζωή χωρίς ταξίδια δεν αξίζει να τη ζεις. Ο Γκάντι έκανε απεργία πείνας. Η Mother Jones απείλησε ότι θα κάνει πικετοφορία. Ο Μαρκ Τουέιν με υπερασπίστηκε, με το δικό του παράξενο τρόπο. Ο Βούδας έψαλε: Ωμμμμμ! Οι υπόλοιποι σιώπησαν.

Θεέ μου, πεθαμένοι άνθρωποι, τι είχαν να φοβηθούν; Ακόμα και εκεί πάνω, ταραξία με θεωρούν. Ευτυχώς, όμως, η διαμαρτυρία έπιασε τόπο! «Εντάξει, πήγαινε», είπαν, «έχεις μια ώρα στη διάθεση σου να εκθέσεις τις απόψεις σου. Και πρόσεχε: όχι φασαρίες!» Πιστεύουν πραγματικά στην ελευθερία του λόγου, αλλά μέχρις ενός σημείου...

Χασκογελάει

Είναι, βλέπετε, νεοφιλελεύθεροι. Λοιπόν, μπορείτε να διαδώσετε τα νέα: Ο Μαρξ γύρισε! Για λίγο. Αλλά πρώτα να ξεκαθαρίσουμε κάτι: Δεν είμαι μαρξιστής.

Γελάει

Το είπα κάποτε στον Πίπερ και κόντεψε να πάθει εγκεφαλικό.

Πίνει μια γουλιά μπίρα.

Πρέπει να σας μιλήσω για τον Πίπερ. Ζούσαμε στο Λονδίνο, η Τζένη, εγώ και τα παιδιά. Είχαμε δυο σκύλους, τρεις γάτες και δύο πουλιά. Ίσα που τα φέρναμε βόλτα. Είχαμε ένα διαμέρισμα στον οδό Ντιν, εκεί όπου κατέληγαν οι υπόνομοι της πόλης.

Βρεθήκαμε στο Λονδίνο γιατί με είχαν διώξει από τη Ρηνανία, μάλιστα κύριε, από τον τόπο που γεννήθηκα. Είχα κάνει πολύ επικίνδυνα πράγματα. Ήμουνα συντάκτης της εφημερίδας Die Rheinische Zeitung. Διόλου επαναστατικό έντυπο. Αλλά, τελικά, δεν υπάρχει πιο επαναστατική πράξη από το να λες την αλήθεια.

Εκείνο τον καιρό στη Ρηνανία, η αστυνομία συνελάμβανε φτωχούς ανθρώπους με την κατηγορία ότι μάζευαν καυσόξυλα από τις ιδιοκτησίες των πλουσίων. Έγραψα ένα άρθρο για να διαμαρτυρηθώ. Προσπάθησαν να λογοκρίνουν την εφημερίδα. Στο επόμενο άρθρο έγραψα ότι δεν υπάρχει ελευθερία του τύπου στη Γερμανία. Αποφάσισαν να με δικαιώσουν: Έκλεισαν την εφημερίδα.

Τότε, λοιπόν, γίναμε ριζοσπαστικοί - έτσι δεν γίνεται συνήθως; Το τελευταίο φύλλο της εφημερίδας κυκλοφόρησε με έναν πηχιαίο τίτλο με κόκκινο μελάνι: « Επανάσταση!» Αυτό ενόχλησε τις αρχές και με διώξανε από τη Ρηνανία.

Έτσι πήγα στο Παρίσι. Εκεί δεν πάνε οι εξόριστοι; Πού αλλού μπορείς να περάσεις όλη τη νύχτα σ’ ένα καφέ διηγούμενος πόσο επαναστάτης ήσουνα στην πατρίδα σου; Ναι, ένας εξόριστος που σέβεται τον εαυτό του, πάει στο Παρίσι.

Το Παρίσι ήταν για μας μήνας του μέλιτος. Η Τζένη βρήκε ένα μικροσκοπικό διαμέρισμα στο Καρτιέ Λατέν. Ονειρεμένοι μήνες. Αλλά η γερμανική αστυνομία είχε ενημερώσει την αστυνομία του Παρισιού. Φαίνεται πω ς η αστυνομία αναπτύσσει διεθνιστική συνείδηση γρηγορότερα από τους προλετάριους... Έτσι, μ' έδιωξαν και από το Παρίσι. Πήγαμε στο Βέλγιο.

Μας έδιωξαν κι από κει. Και πήγαμε στο Λονδίνο, όπου φτάνουν πρόσφυγες από ολόκληρο τον κόσμο. Οι Άγγλοι έχουν μια αξιοθαύμαστη ανεκτικότητα. Και πόσο υπερηφανεύονται γι’ αυτήν...

Βήχει, κάτι που θα κάνει αρκετές φορές.

Κουνάει το κεφάλι του. Οι γιατροί είπαν ότι ο βήχας θα περάσει σε λίγες εβδομάδες. Αυτό το είπαν το 1858...

Σας έλεγα όμω ςγια τον Πίπερ. Εκείνη την εποχή στο Λονδίνο, περνούσαν από το σπίτι μας όλοι οι πολιτικοί πρόσφυγες από την ηπειρωτική Ευρώπη. Ο Πίπερ ήταν ένας απ’ αυτούς. Στριφογύριζε γύρω μου σαν σφήκα.

Ήταν ένας κόλακας, ένας γλείφτης. Στεκόταν απέναντι μου, στα δεκαπέντε εκατοστά, για να μην μπορώ να ξεφύγω, και απήγγελλε αποσπάσματα από τα κείμενα μου. Του έλεγα: «Πίπερ, σε παρακαλώ, σταμάτα να μου λες τι έχω γράψει!» Είχε το θράσος να λέει, νομίζοντας ότι θα χαιρόμουνα, πως θα μετέφραζε Το Κεφάλαιο στα αγγλικά. Χα! Ο άνθρωπος δεν μπορούσε να αρθρώσει μια πρόταση στα αγγλικά χωρίς να κατακρεουργήσει τη γλώσσα.

Τα αγγλικά είναι όμορφη γλώσσα. Είναι η γλώσσα του Σαίξπηρ. Αν ο Σαίξπηρ άκουγε τον Πίπερ να λέει μία μόνο φράση στα αγγλικά, θα αυτοκτονούσε. Αλλά η Τζένη τον λυπόταν και αρκετά συχνά τον προσκαλούσε στα οικογενειακά μας δείπνα.

Ένα βράδυ, ο Πίπερ μας ανακοίνωσε τη σύσταση της Μαρξιστικής Εταιρείας του Λονδίνου.«Μαρξιστική Εταιρεία;» έκανα. « Τι είναι αυτό;» «Συναντιόμαστε» , λέει, «μια φορά την εβδομάδα και συζητάμε ένα από τα κείμενα σου. Το διαβάζουμε φωναχτά και το μελετούμε πρόταση προς πρόταση. Γι’ αυτό αυτοαποκαλούμαστε μαρξιστές - πιστεύουμε με όλη μας την καρδιά σε όλα όσα έχεις γράψει».

«Με όλη σας την καρδιά, σε όλα όσα έχω γράψει;» «Ναι! Και θα ήταν τιμή μας, Χερ Ντόκτορ Μαρξ -έτσι με φώναζε: Χερ Ντόκτορ Μαρξ - αν ερχόσουν να μιλήσεις στην επόμενη συνάντηση της Μαρξιστικής Εταιρείας»

«Δεν μπορώ να το κάνω αυτό». «Γιατί;» ρώτησε. «Γιατί εγώ δεν είμαι μαρξιστής».

Γελάει,με την καρδιά του

Δεν μ' ενοχλούσαν τα κακά αγγλικά του. Ούτε τα δικά μου ήταν άψογα. Ηταν ο

τρόπος που σκεφτόταν. Μ’ έκανε να ντρέπομαι, ήταν ένας δορυφόρος σε τροχιά γύρω από τα λόγια μου, τα οποία αναμετάδιδε στον κόσμο, αφού πρώτα τα διαστρέβλωνε. Και μετά υπερασπιζόταν τις διαστρεβλώσεις αυτές με φανατισμό, καταγγέλλοντας όποιον έδινε διαφορετική ερμηνεία.

Μια φορά είπα στην Τζένη: «Ξέρεις τι φοβάμαι πιο πολύ απ’ όλα; «Ότι δε θα γίνει ποτέ η επανάσταση του προλεταριάτου;» είπε εκείνη. «Όχι!» της λέω. «Φοβάμαι ότι η επανάσταση θα γίνει, αλλά θα πέσει σε χέρια ατόμων σαν τον Πίπερ - κόλακες όταν δεν έχουν εξουσία και φανφαρόνοι όταν την αποκτήσουν. Δογματιστές! Θα μιλούν για λογαριασμό του προλεταριάτου και θα ερμηνεύουν τις ιδέες μου στον κόσμο κατά πως τους βολεύει. Θα στήσουν ένα νέο ιερατείο, μία νέα ιεραρχία, με αφορισμούς και μαύρες λίστες, ιερά εξέταση και εκτελεστικά αποσπάσματα.

Ολα αυτά θα γίνουν στο όνομα του κομμουνισμού, στέλνοντας εκατό χρόνια πίσω τον κομμουνισμό της ελευθερίας. Θα λερώσουν το όμορφο όνειρο μας και για να καθαρίσει θα χρειαστεί να γίνει μια δεύτερη επανάσταση, ίσως και τρίτη. Αυτό φοβάμαι».

Όχι, δεν επρόκειτο να αφήσω τον Πίπερ να μεταφράσει Το Κεφάλαιο. Αντιπροσώπευε δεκαπέντε χρόνια δουλειάς - σε συνθήκες όπως αυτές στο Σόχο. Κάθε πρωί περνούσα ανάμεσα σε ζητιάνους που κοιμόντουσαν δίπλα στα βρωμόνερα για να φτάσω στο Βρετανικό Μουσείο με την καταπληκτική βιβλιοθήκη του, όπου εργαζόμουνα μέχρι να πέσει ο ήλιος. Διάβαζα, διάβαζα...

Υπάρχει άραγε κάτι πιο βαρετό από το να διαβάζεις πολιτική οικονομία; Σκέφτεται. Ε, ναι! Να γράφεις Πολιτική Οικονομία. Όταν έπεφτε το σκοτάδι και γυρνούσα στο σπίτι, στους δρόμους άκουγα τους υπαίθριους μικροπωλητές να διαλαλούν την πραμάτεια τους και τους βετεράνους του Κριμαϊκού πολέμου, μερικοί τυφλοί, άλλοι χωρίς πόδια, να ζητάνε μία πέννα μέσα στην πνιγηρή ατμόσφαιρα...

Ναι, αυτή η μυρωδιά της μιζέριας στο Λονδίνο. Οι κριτικοί μου θα έλεγαν, σε μια προσπάθεια να υποβαθμίσουν όσα γράφω στο Κεφάλαιο, αυτό που λένε πάντα για ριζοσπαστικούς συγγραφείς: “Α, θα πρέπει να έχει πολύ άσχημα προσωπτκά βιώματα”,

Ε, ναι, αν το θέλετε έτσι, πράγματι, εκείνη η διαδρομή για το σπίτι μου στο Σόχο κάθε βράδυ έτρεφε το θυμό που πέρασε στο Κεφάλαιο. Σας ακούω να λέτε: «Ε, καλά τώρα, έτσι ήταν τότε, πριν από έναν αιώνα. Τότε;

Δεν υπάρχουν σχόλια: