Παρασκευή, 24 Απριλίου 2009

O Μαρξ στο Σόχο (μέρος 3ο)


Κουνάει το κεφάλι του.


Θυμάμαι συνέχεια την Τζένη.


Σταματάει και τρίβει τα μάτια του.


Πως μάζεψε τα υπάρχοντα μας και πέρασε τη Μάγχη με τα δυο κορίτσια μας, την Τζένισεν και τη Λώρα, για να τα φέρει στο Λονδίνο. Και έφερε στη ζωή άλλα τρία παιδιά στο άθλιο παγωμένο διαμέρισμά μας στην Ντιν στριτ.


Θήλαζε τα μωρά και προσπαθούσε να τα ζεσταiνει. Και τα είδε να πεθαίνουν. Το ένα μετά το άλλο... Ο Γκίντο δεν είχε ακόμα μάθει να περπατάει. Και η Φραντσέσκα ήταν ενός χρόνου... Χρειάστηκε να δανειστώ τρεις λίρες για να πληρώσω το φέρετρο της...


Όσο για τον Μους, αυτός έζησε οχτώ χρόνια, αλλά κάτι δεν πήγαινε καλά από την αρχή. Είχε ένα υπέροχο μεγάλο κεφάλι, αλλά τo υπόλοιπο σώμα του δεν μεγάλωσε ποτέ. Τη νύχτα που πέθανε κοιμηθήκαμε όλοι στο πάτωμα, ξαπλωμένοι γύρω του, μέχρι που μας βρήκε το πρωί.


Όταv γεννήθηκε η Ελεονόρα, φοβηθήκαμε. Αλλά αποδείχθηκε σκληρό καρύδι. Ήταν καλό που είχε δύο μεγαλύτερες αδελφές. Κι αυτές μόλις που την είχαν γλιτώσει.


Η πρώτη, η Τζένισεν, γεννήθηκε στο Παρίσι. To Παρίσι είναι υπέροχο μέρος για ερωτευμένους, αλλά όχι για παιδιά. Η Λώρα ήταν η δεύτερη, αυτή γεννήθηκε στις Βρυξέλλες. Κανένας δεν θα ‘πρεπε να γεννιέται στις Βρυξέλλες.


Στο Λονδίνο δεν είχαμε καθόλου λεφτά, αλλά κάθε Κυριακή κάναμε πικ νικ. Περπατούσαμε μιάμιση ώρα για να πάμε στην εξοχή, η Tζένη, εγώ, τα παιδιά και η Λένχεν - θα σας μ ιλήσω αργότερα γι’ αυτήν...


Η Λένχεν, λοιπόν, έφτιαχνε ψητό μοσχάρι. Και πίναμε τσάι, τρώγαμε ψωμί με φρούτα, τυρί, πίναμε μπίρα. Η Ελεονόρα ήταν η πιο μικρή αλλά έπινε μπίρα.


Δεν είχαμε λεφτά, αλλά τα παιδιά χρειάζονταν διακοπές. Μια φορά, λοιπόν, πήρα τα λεφτά που είχαμε για το νοίκι και τις έστειλα στη Γαλλία, στην ακτή του Ατλαντικού. Μια άλλη φορά, με τα χρήματα που έπρεπε να πάρουμε φαΐ, αγόρασα ένα πιάνο, γιατί τα κορίτσια λάτρευαν τη μουσική.


Κανονικά ένας πατέρας δεν πρέπει να ξεχωρίζει κάποιο από τα παιδιά του. Αλλά η Ελεονόρα! Έλεγα στην Τζένη: «Η Ελεονόρα είναι παράξενο παιδί». Και η Τζένη απαντούσε: Δηλαδή τι περίμενες, τα παιδιά του Καρλ Μαρξ να βγουν συνηθισμένα;»


Η Ελεονόρα ήταν η μικρότερη, η πιο έξυπνη. Φανταστείτε έναν επαναστάτη σε ηλικία οχτώ ετών. Τόσο ήταν η Ελεονόρα το 1863. Η Πολωνία είχε ξεσηκωθεί κατά της ρωσικής κυριαρχίας και η Ελεονόρα έγραψε ένα γράμμα στον Ένγκελς για «εκείνους τους γενναίους στην Πολωνία», όπως τους αποκαλούσε.


Όταν ήταν εννιά χρονών, έστειλε ένα γράμμα στην Αμερική, στον πρόεδρο Λίνκολν, λέγοντας του τι να κάνει για να κερδίσει τον πόλεμο κατά των Νοτίων! Επίσης, κάπνιζε. Και έπινε κρασί. Αλλά, παρ’ όλα αυτά, ήταν παιδί, έντυνε τις κούκλες της... σιγοπίνοντας ένα ποτήρι κρασί!


Όταν ήταν δέκα χρονών, παίζαμε σκάκι και δυσκολευόμουνα να την κερδίσω. Στα δεκαπέντε της, ξαφνικά έγινε έξαλλη με το «νόμο για την Ημέρα του Κυρίου», την Κυριακή δηλαδή, ο οποίος απαγόρευε κάθε δραστηριότητα. Έτσι, άρχισε να οργανώνει «Κυριακάτικες βραδιές για το λαό» στο Σεντ Μάρτινς Χολ, με μουσικούς που έπαιζαν Χέντελ, Μότσαρτ, Μπετόβεν. Η αίθουσα γέμιζε ασφυκτικά. Δύο χιλιάδες άνθρωποι. Η συγκέντρωση ήταν παράνομη αλλά δεν έγινε καμία σύλληψη. Να ένα μάθημα: Αν είναι να παραβεί ς το νόμο, κάντο μαζί με δύο χιλιάδες ανθρώπους... Και με Μότσαρτ.


Συνήθιζα να διαβάζω σ’ εκείνην και στις αδελφές της Σαίξπηρ και Αισχύλο και Δάντη, και της άρεσε πολύ. Το δωμάτιο της ήταν μουσείο του Σαίξπηρ. Μάθαινε απ’ έξω κομμάτια από το Ρωμαίοs και Ιουλιέτα και επέμενε να της διαβάζω, ξανά και ξανά, το κομμάτι που ο Ρωμαίος συναντάει πρώτη φορά την Ιουλιέτα: “Γελάει με τραύματα. όποιος δεν πληγώθηκε ποτέ... Τα μάτια της στον ουρανό θα πλημμυρούσαν το διάστημα το αγέρινο με τόση λάμψη που θα λαλούσαν τα πουλιά, σαν να ξημέρωνε.”


Δεν ήταν εύκολο να ζεις με την Ελεονόρα. Α, όχι! ξέρετε πόσο ενοχλητικό είναι να έχεις ένα παιδί που βρίσκει ατέλειες στους συλλογισμούς σου; Διαφωνούσε μαζί μου ακόμα και για πράγματα που έγραφα. Να, για παράδειγμα, το δοκίμιο μου με τίτλο το Εβραϊκό ζήτημα. Πρέπει να ομολογήσω ότι δεν είναι εύκολο κείμενο. Ε, λοιπόν, η Ελεονόρα το διάβασε και αμέσως με προκάλεσε: «Γιατί ξεχωρίζεις τους Εβραίους ως εκπροσώπους του καπιταλισμού; Δεν είναι οι μόνοι που δηλητηριάστηκαν από το εμπόριο και την απληστία».


Προσπάθησα να της εξηγήσω ότι δεν ξεχώριζα τους Εβραίους, αλλά απλά τους χρησιμοποιούσα ως ζωντανό παράδειγμα. Σε απάντηση, άρχισε να φοράει το άστρο του Δαβίδ.«Είμαι Εβραία», ανακοίνωσε. Τι μπορούσα να πω; Σήκωσα τους ώμους και τότε η Ελεονόρα σχολίασε: «Αυτό είναι χαρακτηριστική εβραϊκή αντίδραση».


Μπορούσε να γίνει πολύ εκνευριστική. Ήξερε ότι ο πατέρας μου είχε γίνει χριστιανός. Δεν ήταν βολικό να είσαι Εβραίος στη Γερμανία. Σάμπως είναι ποτέ βολικό να είσαι Εβραίος οπουδήποτε; Κι εμένα με βάφτισε όταν ήμουν οχτώ χρόνων. Το γεγονός αυτό προκάλεσε το ενδιαφέρον της Ελεονόρας. Ρώτησε: «Μουρ» -η οικογένεια μου με φώναζε Μουρ, Μαυριτανό δηλαδή, επειδή είχα σκουρόχρωμο δέρμα- «Μουρ, ξέρω ότι έχεις βαφτιστεί. Αλλά είχες ήδη κάνει περιτομή, έτσι δεν είναι;» Δεν είχε καμιά ντροπή αυτό το παιδί! Τέτοιες στιγμές ήταν ανυπόφορη.


Ακούστε αυτό: Μαζί με το εβραϊκό αστέρι φορούσε και το σταυρουδάκι της. Όχι, δεν ήταν ξετρελαμένη με το χριστιανισμό, αλλά με τους Ιρλανδούς και την εξέγερση τους κατά της Αγγλίας. Έμαθε για τους αγώνες των Ιρλανδών από τη Λίτσι Βερνς, το μεγάλο έρωτα του Ένγκελς.


Η Λίτσι ήταν εργάτρια και δεν ήξερε να διαβάζει. Ο Ένγκελς μιλούσε εννέα γλώσσες.. Θα νόμιζε κανείς ότι αυτό θα δημιουργούσε προβλήματα στην σχέση τους. Αλλά αγαπιόντουσαν. Η Λίτσι συμμετείχε ενεργά στον Ιρλανδικό αγώνα. Η Ελεονόρα πήγαινε να τη δει και κάθονταν οι δυο τους στο πάτωμα κι έπιναν μαζί κρασί και τραγουδούσαν ιρλανδέζικα τραγούδια μέχρι που τους έπαιρνε ο ύπνος.


Θυμάμαι εκείνη την τρομερή νύχτα που η αγγλική κυβέρνηση κρέμασε δύο νεαρούς Ιρλανδούς, εκεί στο Σόχο, και ένα μεθυσμένο πλήθος να ζητωκραυγάζει... Αυτοί οι ευγενείς Άγγλοι με το απογευματινό τους τσάι και τους δημόσιους απαγχονισμούς!


Έχω μάθει ότι δεν κρεμάτε πλέον τους ανθρώπους. Μόνο τους κλείνετε στο θάλαμο αερίων, τους κάνετε ενδοφλέβια ένεση με δηλητήριο ή τους ψήνετε στην ηλεκτρική καρέκλα. Πολύ πιο πολιτισμένο...


Τότε, λοιπόν, κρεμάσανε τους δύο νεαρούς Ιρλανδού ς γιατί ήθελαν την απελευθέρωση από την Αγγλία. Η Ελεονόρα έκλαιγε χωρίς σταμάτημα. Εγώ της έλεγα:«Κοριτσάκι μου, είναι πολύ νωρίς για να φορτωθείς τους εφιάλτες του κόσμου. Είσαι δεκαπέντε χρονών». Κι εκείνη απαντούσε: «Ακριβώς Μουρ, αυτό είναι το θέμα. Δεν είμαι δεκατριών, δεν είμαι δεκατεσσάρων, είμαι δεκαπέντε χρονών».


Ναι, ήταν δεκαπέντε χρονών και μαγευόταν από κάθε γοητευτικό άντρα που ερχόταν στο σπίτι. Θα μπορούσα να γράψω ολόκληρη λίστα. Σ’ όλη τη ζωή της, η Ελεονόρα φάνηκε ευφυής στην πολιτική και χαζή στον έρωτα. Είχε ξετρελαθεί με τον Λισαγκαρέ, τον ήρωα της Παρισινής Κομμούνας. Ε, αυτός τουλάχιστον ήταν Γάλλος.


Ο φίλος της άλλης κόρης μας, της Τζένισεν, ήταν Άγγλος. Οι άγγλοι είναι όπως το αγγλικό φαγητό. Χρειάζεται να πω περισσότερα; Είχαμε βέβαια και τον αγαπημένο της Λώρας, τον Λαφάργκ. Οι δημόσιες εκδηλώσεις πάθους αυτού του τύπου ήταν φοβερές. Της έπιανε τον κώλο, δημόσια, σαν να ήταν το φυσικότερο πράγμα στον κόσμο. Και η Τζένη τον υπερασπιζόταν: «Ξέρεις ότι η οικογένεια του ήρθε στη Γαλλία από την Κούβα». Λες και όλοι στην Κούβα κυκλοφορούν πιάνοντας ο ένας τον κώλο του άλλου!

Δεν υπάρχουν σχόλια: